«Εσύ, νεαρέ μου, είσαι ένα έξυπνο, τίμιο, ζωηρό παιδί ανάμεσα σ’ αυτό τον όχλο από αλήτες και ηλίθιους. Σ’ αυτή τη ζούγκλα είσαι το πιο σπάνιο ζώο. Το πλάσμα που εμφανίζεται μόνο μία φορά σε κάθε γενιά… Ο λευκός τίγρης». Αυτά τα λόγια γράφει ο Αραβίντ Αντίγκα στο βιβλίο του, Λευκός Τίγρης, θέλοντας να περιγράψει τη λαμπερή φύση ενός μικρού Ινδού, ο οποίος γεννήθηκε σε ένα μέρος όπου οι ντόπιοι αποκαλούν Σκοτάδι.

Τις προηγούμενες εβδομάδες παρακολουθήσαμε αδιαμφισβήτητα πράξεις παράνοιας. Γίναμε θεατές μιας σειράς από μεταιχμιακές καταστάσεις άμεσα συνδεδεμένες με τον πόνο και το συναίσθημα.

Το μωρό αρνί που θα θυσιαζόταν στο προαύλιο της εκκλησίας στο Κερατσίνι ανήμερα του Αγίου Γεωργίου γιατί «το είχαν κάνει τάμα», η λευκή, τραυματισμένη τεσσάρων μηνών τίγρης που πετάχτηκε στα σκουπίδια έξω από το Αττικό Πάρκο, η 70χρονη, μοναχική γυναίκα (ας την πούμε Μαρία) που ξεπλύθηκε από νοσηλευτές με κρύο νερό από το λάστιχο στην πυλωτή του σπιτιού της, στον Ωρωπό, πριν την βάλουν στο ασθενοφόρο γιατί «δεν γινόταν αλλιώς».

«Είμαστε όλοι τρελοί;» αναρωτιέται ο Ουμπέρτο Έκο, στη σελίδα 503, του βιβλίου του, Χρονικά Μιας Ρευστής Κοινωνίας, παραθέτοντας έναν τρελό χορό από αλλόκοτα και σκληρά συμβάντα της τότε επικαιρότητας στην Ιταλία, καταγράφοντας τη φρενίτιδα που διέπει, τελικά, όλες τις στιγμές των σύγχρονων καιρών μας, αφήνοντας τον παρατηρητή μονάχο και μουδιασμένο απέναντι στο άδικο γκρέμισμα της πολυπόθητης αγαλλίασης.

«Μα έτσι μου ήρθε στον νου αυτό που έλεγε ο Όουεν: “Όλοι στον κόσμο είναι τρελοί, εκτός από σένα κι εμένα. Κι εσύ εδώ τα λέμε…”. Κατά βάθος ζούμε με την πεποίθηση ότι σοφία είναι η κανονικότητα και οι τρελοί είναι εξαιρέσεις για τις οποίες κάποτε φρόντιζε το ψυχιατρείο. Μα είναι αλήθεια; Δε θα έπρεπε να σκεφτούμε ότι η τρέλα είναι η κανονική κατάσταση και η λεγόμενη κανονικότητα είναι απλώς κάτι μεταβατικό;» αναρωτιέται ξανά ο Ουμπέρτο Έκο για να πει μερικές αράδες πιο κάτω: «Εξάλλου, ακόμα και ο πιο στυγερός δολοφόνος, σύμφωνα με τη μητέρα του, μέχρι την προηγούμενη μέρα ήταν το πρότυπο του καλού παιδιού, το πολύ πολύ να φαινόταν λίγο νευρικός ή μελαγχολικός».

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου Χρονικά μιας Ρευστής Κοινωνίας περιγράφει ιδανικά τρομακτικά αυτό που ζούμε:

«Κρίση των ιδεολογιών, κρίση των κομμάτων, ξέφρενος ατομικισμός. Αυτός είναι -ως γνωστόν- ο χώρος στον οποίο κινούμαστε μια ρευστή κοινωνία όπου δεν είναι πάντα εύκολο να βρεθεί ένα πολικό αστέρι (παρόλο που είναι εύκολο να βρεθούν πλήθος αστέρια κι αστεράκια).

Τα προσωπεία της πολιτικής, οι εμμονές των ΜΜΕ για ακροαματικότητες που όλα (ή σχεδόν όλα) δείχνουν να συμμερίζονται, τη συμβίωση με τα κινητά μας τηλέφωνα και την αγένεια.

Είναι μια κοινωνία, η ρευστή κοινωνία, όπου μερικές φορές το μη νόημα φαίνεται να κατατροπώνει τη λογική, με ανεπανάληπτα βεβαίως κωμικά αποτελέσματα, αλλά με συνέπειες όχι ιδιαίτερα καθησυχαστικές. Σύγχυση, αποσύνδεση, κατακλυσμός από έξεις που συχνά αποτελούν απλώς κοινούς τόπους.

“Πάπε Σατάν, πάπε Σατάν αλέπε” έλεγε στην 7η ωδή της Κόλασης, από τη Θεία Κωμωδία, ο Δάντης Αλιγκέρι ανάμεσα στον θαυμασμό, στον πόνο, στην οργή, στην απειλή και ίσως στην ειρωνεία».

Και επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα απορίας, σε μια προσπάθεια αναζήτησης ισορροπίας, μήπως τελικά «είμαστε όλοι τρελοί;». Ο Ουμπέρτο Έκο δίνει, έστω στιγμιαία, μια λύση προαιώνια και βαθιά ανακουφιστική:

«Αν είναι έτσι, πρέπει να ζούμε σε μια κατάσταση συνεχούς δυσπιστίας, με τον φόβο ότι ανά πάσα στιγμή η γυναίκα ή ο άντρας μας, ο γιος ή η κόρη μας, ο γείτονας που χαιρετιόμαστε κάθε πρωί στις σκάλες ή ο καλύτερός μας φίλος, θ’ αρπάξουν κάποια στιγμή ένα τσεκούρι και θα μας λιανίσουν το κρανίο ή θα μας ρίξουν αρσενικό στη σούπα.

»Μα τότε η ζωή μας θα γινόταν ανυπόφορη και, μην μπορώντας πια να έχουμε εμπιστοσύνη σε κανέναν (ούτε καν στο μεγάφωνο του σταθμού που λέει ότι το τρένο για Ρώμη φεύγει από τη γραμμή 5, γιατί ο υπεύθυνος των ανακοινώσεων μπορεί να έχει τρελαθεί) θα ζούμε ως παρανοϊκοί μονίμου απασχολήσεως.

»Πρέπει λοιπόν, για να επιβιώσουμε, να δείξουμε εμπιστοσύνη τουλάχιστον σε κάποιον» καταλήγει ο Ιταλός σημειολόγος.

Πρέπει να μπορούμε γείρουμε έστω σε έναν ώμο, έστω σε μια ιδεολογία πρέπει να μπορούμε να φωλιάσουμε.