Ανατριχιαστικοί οι διάλογοι που έχουν δει το φως της δημοσιότητας μετά το τρομερό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.

Αποκαλυπτικοί μιας κατάστασης εξωφρενικής, όχι όμως και πρωτοφανούς όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού Δημοσίου.

Επιπολαιότητα, προχειρότητα και ελαφρότητα, σε συνδυασμό με μια καθ’ όλα στρεβλή αντίληψη περί ακαταλόγιστου και ακαταδίωκτου.

Άνθρωποι ακατάρτιστοι και ακατάλληλοι σε πόστα όπου το λάθος γεννά ενδεχομένως τραγωδίες.

Και το κυριότερο, άνθρωποι ακαλλιέργητοι, όπως καταδεικνύει ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τη γλώσσα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Μήπως όμως –οφείλω να ομολογήσω ότι είναι αρκετά πιθανό να σκεφθείτε– είναι αυθαίρετο ένα τέτοιο συμπέρασμα, αβάσιμος ένας τέτοιος ισχυρισμός;

Μήπως η κρίση μου γίνεται άδικη, τα σχόλιά μου υπέρ το δέον υποτιμητικά;

Απάντηση –πειστική κατά την άποψή μου– μας δίνει εν προκειμένω ο μέγας Σεφέρης (Δοκιμές):

Περιεχόμενο, γλώσσα. Το περιεχόμενο που θέλει να εκδηλωθεί και η γλώσσα που πρέπει να δώσει μία μορφή, μία ύπαρξη στο περιεχόμενο, να το βγάλει από την αφάνεια. Αυτή η ενέργεια και αυτή η αντενέργεια, ενωμένες στο τέλος, φτιάνουν το ύφος. Οι δυο αντίμαχες αυτές δυνάμεις είναι οι δυσκολίες ενός συγγραφέα. Μ’ αυτές διαμορφώνεται και διαμορφώνει ένα ύφος, μία «φωνή», όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Κάνει έναρθρο λόγο. Γι’ αυτό, με τη γλώσσα και μόνο, όσο καλά και να την ξέρουμε, μπορούμε να κάνουμε περίφημες φράσεις – «σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι», όπως λέει το τραγούδι. Αλλά χωρίς την αντίσταση και το βάρος των πραγμάτων, που πρέπει να αρθρώσουμε, ύφος δε θα έχουμε ποτέ. Ύφος είναι οι δυσκολίες που βρίσκει ένας άνθρωπος για να εκφράσει κάτι, ύφος είναι η ανθρώπινη προσπάθεια, «ύφος είναι ο άνθρωπος», όπως διδάσκει ένα σοφό ρητό.