Να ξεκινήσουμε με το τι θεωρούνταν προίκα μέχρι το 1983. Το σύνολο λοιπόν των περιουσιακών στοιχείων  που μεταβίβαζαν πριν το γάμο, είτε η ίδια η νύφη, είτε οι συγγενείς της, στον γαμπρό, ονομαζόταν προίκα.

Η προίκα είναι τα πάντα. Από ρούχα, σερβίτσια, χρυσαφικά, χρήματα, σπίτια, ζώα, οικόπεδα, διαμερίσματα. Ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους και έχει κάποια υλική – και χρηματική – αξία.

Και από την ώρα που μια οικογένεια έκανε κορίτσι, από εκείνη τη στιγμή η μάνα ύφαινε και έπλεκε τα «προικιά» της ενώ ο πατέρας δούλευε για να μπορέσει να εξασφαλίσει ότι η κόρη του όταν έρθει η ώρα, θα πάρει ένα σπίτι, ένα οικόπεδο, ένα χωράφι με πολλές ελιές.

Υπήρχαν μάλιστα περίοδοι στην ιστορία της χώρας που δεν νοούνταν να γίνει γάμος χωρίς ο γαμπρός να πάρει το κάτιτις του. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι οι γάμοι που γινόντουσαν ήταν μόνο γάμοι συμφέροντος. Όχι φυσικά.

Αλλά γινόντουσαν και γάμοι συμφέροντος. Και η έκφραση «δεν με νοιαζει εάν είναι όμορφη» ή «δεν με νοιάζει που δεν την αγαπώ, αλλά έχει καλή προίκα» ήταν κάτι που ακουγόταν κάποιες φορές.

Από την αρχαιότητα

Αν και η προίκα έχει τις ρίζες της από τα αρχαία χρόνια και ξεκίνησε με μοναδικό σκοπό την οικονομική εξασφάλιση των γυναικών, αλλά και την συμβολή της στο νέο σπιτικό, με τον καιρό εκφυλίστηκε.

Έτσι η περιουσία περνούσε στην επικαρπία του συζύγου ενώ η κόρη κατείχε μόνο την κυριότητα. Στην ουσία όμως ο γαμπρός έγινε ο κύριος υπεύθυνος να διαχειριστεί την προίκα της συζύγου του.

Κάποια στιγμή η προίκα σε πολλές περιπτώσεις έγινε αυτοσκοπός. Και ένα τύχαινε οι γονείς να είναι φτωχοί και να μην μπορούν να «προικίσουν» πλουσιοπάροχα την θυγατέρα τους, τότε είχαν να αντιμετωπίσουν τόσο την κοινωνική κατακραυγή της μικρής κοινωνίας του χωριού, όσο και πολλές φορές, την απέχθεια του γαμπρού.

Μια βδομάδα πριν από την καθορισμένη ημερομηνία του γάμου, όλη η προίκα συγκεντρώνονταν σε μεγάλα μπαούλα που θα τα έπαιρνε η νύφη μαζί της στο νέο της σπίτι.

«Τα προικιά της» που λέγανε και τα οποία μπορεί να ήταν από κοσμήματα, μέχρι εσώρουχα και σεντόνια. Εάν ο γάμος γινόταν Κυριακή, τότε από την Πέμπτη η προίκα ήταν σε κοινή θέα. Να την βλέπει το χωριό και να μπορεί να σχολιάζει την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η προίκα, τόσο καλύτερος και πιο επιτυχημένος θα είναι ο γάμος. Για συναίσθημα, κουβέντα. Εάν το ζευγάρι τύχαινε να είναι και ερωτευμένο, ακόμη καλύτερα.

Και εάν κάποιος πατέρας δεν είχε να προικίσει την κόρη του; Τότε ή έμενε στο ράφι, ή σκαρφίζονταν κάποιες «μεσοβέζικες» λύσεις. Για παράδειγμα όταν γεννιόταν το κορίτσι, ο πατέρας φύτευε σε ένα χωράφι (αρκεί να είχε χωράφι φυσικά) κυπαρίσσια ή λεύκες.

Οι κορμοί των δέντρων αυτών ήταν απαραίτητοι για τις στέγες ή για να γίνουν έπιπλα. Και μάλιστα στην αγορά τους πωλούσαν μια λίρα τον έναν. Έτσι όταν το κορίτσι γινόταν 20 χρονών, τα δέντρα ήταν έτοιμα για υλοτόμηση. Άν ένας πατέρας είχε φυτέψει 1.000 λεύκες, εξασφάλιζε έτσι 1.000 λίρες για την προίκα της κόρης του.

Παντρειά, χωρίς την καταβολή προίκας και μάλιστα προκαταβολικά σπανίως συνέβαινε και όση περισσότερη προίκα είχε μία κοπέλα τόσο πιο περιζήτητη νύφη ήταν.

Πρακτικά ήταν αδύνατο μια φτωχή – ακόμα και όμορφη – κοπέλα να παντρευτεί το γιο του προύχοντα της περιοχής. Τις ελάχιστες φορές που συνέβαινε γάμος από έρωτα και χωρίς προίκα, η κοινωνία θεωρούσε δεδομένο ότι η νύφη «τύλιξε» τον γαμπρό.

Συχνό ήταν και το φαινόμενο μια άσχημη ή μεγάλη για την εποχή γυναίκα με καλή προίκα να γίνει περιζήτητη νύφη και τότε ακουγόταν το κλασικό «τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά».

Προικοσύμφωνα

Ο θεσμός αυτός εμφανίσθηκε στη χώρα μας το 1830, αν και κρατάει από τα βυζαντινά χρόνια και ήταν σε ισχύ και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Ουσιαστικά ο πατέρας μεταβίβαζε την κόρη του στον κύρη της μαζί με την περιουσία που της είχε συγκεντρώσει.

Τα προικοσύμφωνα, ή προικοχάρτια, ή αρραβωνοχάρτια συνέτασσαν μπροστά στον γαμπρό και τον πατέρα της νύφης ιερείς οι οποίοι άλλωστε εκείνη την εποχή ήταν ουσιαστικά οι υπεύθυνοι για την εφαρμογή του οικογενειακού Δικαίου.

Η σύνταξή τους γινόταν πάντα µε παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο. Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο. Η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη.

Η κατάργηση

Για αιώνες δεν είχαν αξία τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.), αλλά το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.

Ο θεσμός της προίκας που ουσιαστικά ήταν μια εμπορική συμφωνία κατά την οποία το προϊόν προς πώληση ήταν η γυναίκα, καταργήθηκε με τον νόμο 1329 του 1983. Πριν την κατάργηση του είχε εξελιχθεί σε καρκίνωμα για την κοινωνία.

Πολλοί γάμοι είχαν σαν γνώμονα μόνο το οικονομικό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις γινόντουσαν παζάρια και εκβιασμοί για το ύψος της προίκας. Και εάν η προίκα ήταν μικρότερη από εκείνη που είχε συμφωνηθεί, τότε ερχόταν αναπόφευκτα ο στιγματισμός και το διαζύγιο.

Ο «μπροστάρης» κοινοτάρχης και η Φρειδερίκη

Το πρώτο βήμα για την κατάργηση του θεσμού έγινε το 1955 από 17 κοινότητες της Ρούμελης, με πρωτοστάτη, τον Κώστα Κίτσο, κοινοτάρχη στο χωριό Άγιος Γεώργιος – Νεοχωράκι Φθιώτιδας. Ο Κίτσος έστειλε ένα υπόμνημα προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη ικετεύοντάς την να αναλάβει πρωτοβουλία για την κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού «της προικός».

Ο κοινοτάρχης είχε συγκλονιστεί από έναν συμπατριώτη του που είχε 3 κόρες και ο οποίος είχε πάει να ζητήσει τη βοήθεια του γιατί οι γαμπροί εάν δεν έπαιρναν προίκα δεν θα τις παντρευόντουσαν. Και ο άνθρωπος δεν είχε τόση περιουσία για να προικίσει και τις τρεις.

Μάλιστα όταν ο Κίτσος είπε στον πατέρα, «πρέπει να τους διώξεις γιατί δεν νοιάζονται για τις κόρες σου», εκείνος του απάντησε «μα κουβέντα είναι αυτή πρόεδρε;».

Και η Φρειδερίκη τι έκανε όταν έλαβε την επιστολή; Ότι έκανε πάντα για τα προβλήματα του Έλληνα. Την έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της. Έτσι αντί να μεριμνήσει για την κατάργηση του θεσμού, έκανε επισκέψεις ανά την επικράτεια και μοίραζε «βιβλιάρια των απόρων κορασίδων» με συμβολική κατάθεση 1.000 δρχ., που θα έπαιρνε κάθε άπορη κοπέλα με την ενηλικίωσή της ως προικοδότηση.

Και ετοιμαζόταν για το γάμο της κόρης της πριγκίπισσας Σοφίας με το διάδοχο του ισπανικού θρόνου Χουάν Κάρλος. Εκεί πια ο θεσμός της προίκας πέρασε σε άλλο επίπεδο.

Ένα ολόκληρο κράτος έφτασε στα όρια της χρεοκοπίας για να προικίσει την κόρη της Φρειδερίκης που παντρευόταν. Δεν την προίκισε η μητέρα της, την προίκισε το κράτος.

Μετά από απαίτηση της Φρειδερίκης το Ελληνικό κράτος προικοδότησε τη Σοφία με το ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 9 εκατομμυρίων δραχμών. Και όχι μόνο αυτό. Σύμφωνα με εμπιστευτικό έγγραφο της Βρετανικής πρεσβείας προς το Φόρειν Όφις, το πραγματικό ύψος της προίκας ξεπερνούσε τις 200.000 χρυσές λίρες.

Μάλιστα η Ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι που είχε έρθει το 1962 σαν απεσταλμένη για να καλύψει τους γάμους, έγραφε: «“Προίκα στην παιδεία και όχι στη Σοφία” φώναζαν μπροστά στο Πανεπιστήμιο και “έπαιζαν κρυφτούλι και κυνηγητό” με τους αστυνομικούς στους δρόμους της πρωτεύουσας. Το λαϊκό κίνημα ήταν σε άνοδο και στις πλατείες όταν γίνονταν διαδηλώσεις, δημιουργούνταν λαοθάλασσες…

… Από το υστέρημα των πενομένων Ελλήνων

Η προικοδότηση της Σοφίας είχε προκαλέσει σκάνδαλο. Υπήρξε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της δεκαετίας του ’60, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, προκάλεσε λαϊκή δυσαρέσκεια και κινητοποιήσεις.»