Μυστικός δείπνος

Άλλο δεν επιθύμησα – μονάχα
τα κουρασμένα πόδια σου να πλύνω.
Να ’ναι η κάμαρα ζεστή, κι απ’ τις κουρτίνες
να πέφτει η αντηλιά του δειλινού.
Ευλαβικά τις αρβύλες θα σου βγάλω,
τις λασπωμένες, και ζεστό νερό θα φέρω
μες σε βαθιά λεκάνη, και θα σκύψω
να σε υπηρετήσω ταπεινά.

Μα όταν, σηκώνοντας τα βρώμικα απονέρια,
γεμάτα απ’ την αγάπη μου, αντικριστούμε,
μες στην ανατριχίλα των ματιών μου δε θα βρεις
αυτό που τα απονέρια ετούτα μαρτυρούνε.

*Από την ποιητική συλλογή του Ντίνου Χριστιανόπουλου «Ξένα γόνατα» (πρώτη έκδοση, 1954).

Προφανής ο υπαινιγμός του Χριστιανόπουλου, η αναλογία προς το βιβλικό κείμενο, προς το απόσπασμα τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου που αποδίδει τη σκηνή του Νιπτήρος, όπου ο Ιησούς πλένει τα πόδια των μαθητών του: «ειδώς ο Ιησούς ότι πάντα δέδωκεν αυτώ ο Πατήρ εις τας χείρας, και ότι από Θεού εξήλθε και προς τον Θεόν υπάγει, εγείρεται εκ του δείπνου και τίθησι τα ιμάτια, και λαβών λέντιον διέζωσεν εαυτόν· είτα βάλλει ύδωρ εις τον νιπτήρα, και ήρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητών και εκμάσσειν τω λεντίω ω ην διεζωσμένος».

Μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο, υποταγμένο στο ερωτικό πάθος του, εμφανίζεται πρόθυμο να υπηρετήσει με ταπεινότητα το στρατιώτη, σύμβολο άγριας ομορφιάς και αρρενωπότητας, που προκαλεί έξαψη.

Όπως επισημαίνει ο μελετητής της ποίησης του Χριστιανόπουλου Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος, το «ιερό» και το «βέβηλο» εφάπτονται, το ερωτικό πάθος συμπορεύεται με τη θρησκευτική λατρεία και η ταπείνωση της χριστιανικής πίστης συμβαδίζει με τη φετιχιστική αυτοταπείνωση του ποιητικού υποκειμένου.