Μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ιστορίας γράφτηκαν μέρες Χριστουγέννων: Από τα Χριστούγεννα του 1822, όταν ορδές Οθωμανών επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στους 900 πολιορκημένους του Μεσολογγίου, μέχρι το 1916, όταν 7.000 Ελληνες «γιόρταζαν» τα Χριστούγεννα ως όμηροι στη Γερμανία, ή το 1922 όντας αιχμάλωτοι των νικητών στη Μικρά Ασία, το παρελθόν έχει πολλά να διηγηθεί.

Ανεξίτηλα έχουν μείνει στη συλλογική μνήμη και τα «μαύρα» Χριστούγεννα του ’41, όταν η κατοχική Αθήνα μετρούσε 1.000 νεκρούς την ημέρα εξαιτίας του τρομερού λιμού, ο ματωμένος Δεκέμβρης του ’44, αλλά και τα Χριστούγεννα της εξορίας κατά τη διάρκεια της χούντας. Με αφορμή τα δύσκολα φετινά Χριστούγεννα λόγω του COVID-19, «ΤΑ ΝΕΑ» κάνουν μια αναδρομή στις γιορτινές μέρες που το άστρο των Χριστουγέννων δεν «φώτισε» τις ψυχές των Ελλήνων…

1822

Η πολιορκία του Μεσολογγίου

Περίπου 10.000 Τούρκοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μεσολόγγι την παραμονή των Χριστουγέννων του 1822. Εξαντλημένος από την πολιορκία, που ήδη διαρκούσε δύο μήνες ενώ είχε αρχικά θεωρηθεί εύκολη υπόθεση, ο Ομέρ Βρυώνης αναζητούσε εναγωνίως αυτό που θα έβγαζε τους Οθωμανούς από το τέλμα. Και πλέον είχε λάβει την απόφασή του: οι τούρκοι στρατιώτες θα επιτίθεντο αιφνιδιαστικά τη νύχτα, με σκοπό να κατατροπώσουν τους ανυποψίαστους Ελληνες που θα βρίσκονταν τις εκκλησίες λόγω της μεγάλης γιορτής.

Η πρώτη επίθεση στους περίπου 900 πολιορκημένους του Μεσολογγίου πραγματοποιήθηκε μεταξύ 24ης και 25ης Δεκεμβρίου, όμως η Ιστορία επεφύλασσε μια απροσδόκητη τροπή στα σχέδια των Οθωμανών: Οι Ελληνες, ειδοποιημένοι από τον κυνηγό του Ομέρ Βρυώνη, Γιάννη Γούναρη, είχαν φροντίσει να ενισχύσουν την ανατολική πλευρά του Κάστρου, ενώ όσοι δεν έπαιρναν μέρος στις μάχες είχαν ειδοποιηθεί να πάνε σύσσωμοι στη Λειτουργία και να κάνουν φασαρία, ώστε να δίνουν την εντύπωση μεγάλης γιορτής στους Τούρκους. Η επίθεση συνάντησε σοβαρή αντίσταση και οι Οθωμανοί υπέστησαν πανωλεθρία, ενώ οι απώλειες των Μεσολογγιτών ήταν μικρές. Στις 31 Δεκεμβρίου η πολιορκία λύθηκε, γεγονός με σημαντικό αντίκτυπο σε παράπλευρες μάχες, ενώ την επιτυχία των Ελλήνων έμειναν να θυμίζουν οι στίχοι του Δ. Σολωμού: «Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού, μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού…».

1916

Αιχμάλωτοι στο Γκέρλιτς

Το καλοκαίρι του 1916, μεσούντος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα ελληνικό στρατιωτικό σώμα, το Δ’ Σώμα Στρατού, εγκαταλείπει αμαχητί την Καβάλα και παραδίδεται στους Γερμανούς. Οι περίπου 7.000 στρατιώτες και αξιωματικοί του μεταφέρονται με τρένο στην πόλη Γκέρλιτς της Γερμανίας, όπου θα ζήσουν ως «υπό περιορισμό φιλοξενούμενοι» επί δυόμισι χρόνια. Τα πρώτα Χριστούγεννα της αιχμαλωσίας περιγράφει ένα εξαιρετικό απόσπασμα από το «Ελληνικόν Ημερολόγιον του έτους 1917 εις ανάμνησιν της εν Γκέρλιτς διαμονής του Δ’ Σώματος του Βασιλ. Ελλην. Στρατού»: «Μακράν της προσφιλούς μας Πατρίδος και εις ξένον πλην φιλόξενον και ευγενές περιβάλλον εωρτάσαμεν τα Χριστούγεννα» γράφει. «Δεν αντικρύσαμεν τον περίφημον ελληνικόν οβελίαν ουδέ την θείαν ρετσίναν της Πατρίδος μας (…) Εκαστος λόχος ήτο στολισμένος ουχί με τα ωραία μας μύρτα, αλλά με χάρτινες αλυσίδες. (…) Δεν θα ξεχάσει κανείς με τι πόνο ελέγαμε κατά το τσούγγρισμα των ποτηριών «Χρόνια πολλά και καλήν Πατρίδα!».

Ολων μας ο νους ευρίσκετο εκεί όπου τα περασμένα χρόνια εωρτάζαμε τα Χριστούγεννα, εκεί που «οι Ουρανοί αγάλλονται και χαίρει η κτίσις όλη…». Ο νους μας μετεφέρετο σε κείνους που με περίλυπη ψυχή (…) θα αντίκρυζαν τας ημέρας αυτάς στο τραπέζι ένα κάθισμα άδειο». Παρότι οι αιχμάλωτοι είχαν αρχικά γίνει δεκτοί με τιμές στο Γκέρλιτς – καθώς αυτό εξυπηρετούσε επικοινωνιακά τη Γερμανία -, στη συνέχεια γνώρισαν εχθρική στάση και τελικά αναγκάστηκαν να φύγουν, στο τέλος του 1918, ακόμη και με τα πόδια…

1922

Ομηροι των Τούρκων

Είχαν περάσει πέντε μήνες από την ήττα της Ελλάδας στη Μικρασία και η τύχη σχεδόν 57.000 ελλήνων στρατιωτών ακόμη αγνοούνταν. Τα Χριστούγεννα του 1922 η Τουρκία κάνει γνωστό ότι 32.000 Ελληνες βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια της. Οι υπόλοιποι έχουν χάσει τη ζωή τους υπό δραματικές συνθήκες και φρικαλέους βασανισμούς. Χιλιάδες οικογένειες δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ ξανά. Η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά χαρμόσυνη είναι εκείνη τη χρονιά. «Πήγα στον φούρνο το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1922, μέρα που άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι έπεφτε συνεχώς μέρα και νύχτα χωρίς καμιά διακοπή μέχρι την 1η Μάρτη» περιέγραφε ο αιχμάλωτος Βασίλης Γ. Διαμαντόπουλος στη μαρτυρία του «Αιχμάλωτος των Τούρκων 1922-1923».

«Οι αιχμάλωτοι που εργάζονταν στον φούρνο σαν φουρνάρηδες και ζυμωτές μου δωσαν ένα τενεκέ με βραστό νερό και πήγα στο πίσω μέρος του φούρνου, γδύθηκα και βούτηξα τα κουρέλια που φορούσα, για ν’ απαλλαγώ από τις ψείρες. Οταν έβγανα τα κουρέλια από τον τενεκέ, στο πάνω μέρος του νερού οι ψείρες είχαν σχηματίσει κρούστα πάχους τουλάχιστο δυο τριών χιλιοστών» σημείωνε. Μόνο οι μισοί αιχμάλωτοι έμελλε να επαναπατριστούν, μήνες αργότερα, σε τόσο άθλια κατάσταση, ώστε κάποιοι άφησαν την τελευταία τους πνοή εν πλω ή όταν έφταναν στον Πειραιά.

1941

Πείνα και θάνατος

Ηταν τα πιο πολύνεκρα Χριστούγεννα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και μάλιστα σε συνθήκες «ειρήνης». Το χειμώνα του ’41 η Ελλάδα, αποκλεισμένη από τις βρετανικές δυνάμεις και καταληστευμένη από τους κατακτητές, βιώνει μια ανθρωπιστική κρίση άνευ προηγουμένου. Η πείνα θερίζει. Ακόμη και τα χόρτα είναι δυσεύρετα. Στην απελπισμένη Αθήνα παιδιά πέφτουν καθημερινά νεκρά στον δρόμο και οι περαστικοί, πεινασμένοι κι εκείνοι, τα κοιτούν ανήμποροι να βοηθήσουν. «Αντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών.

Εκείνο τον χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί σε πτώματα. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο για να μαζεύουν τους πεθαμένους» έγραφε στα απομνημονεύματά του ο σουηδός διπλωμάτης Πολ Μον. Τον Δεκέμβριο του 1941 οι νεκροί είναι τετραπλάσιοι σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο της δεκαετίας 1931-1940. Μαύρες αναμνήσεις, ανεξίτηλες για όσους κατάφεραν να επιβιώσουν, αντικατέστησαν τη χαρά των Χριστουγέννων. Κάτι που συνέβη σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του ’40. Μετά τον ματωμένο Δεκέμβρη του ’44, τις διώξεις κατά κομμουνιστών και πρώην αγωνιστών του ΕΑΜ και το ξέσπασμα του ελληνικού Εμφυλίου, ο ελληνικός λαός περίμενε ματαίως το άστρο των Χριστουγέννων. Στην ιστορία έχουν μείνει τα Χριστούγεννα των εξορίστων στα «ελληνικά Νταχάου», από όπου σώζονται μοναδικές μαρτυρίες: Το σάπιο κρέας που τάιζαν οι βασανιστές τους κρατουμένους σε κλίμα «αγάπης» στη Μακρόνησο και τα κάλαντα των εξορίστων γεμάτα ελπίδα για ελευθερία.

1967

Στη σκλαβιά της χούντας

Από τις 21 Απριλίου του 1967 η Ελλάδα είχε μπει «στον γύψο». Οι πολιτικές ελευθερίες είχαν περισταλεί, οι φυλακίσεις και οι διώξεις συνεχίζονταν, οι αστυνομοκρατούμενοι δρόμοι στις πόλεις συνέτειναν στη ζοφερή ατμόσφαιρα. Παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος να προβάλει παντί τρόπω τη… χαρωπή διάθεση του λαού, τα Χριστούγεννα του 1967 «όλα τα σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Τα γεγονότα της 13ης Δεκεμβρίου ήταν ακόμη νωπά: Η προσπάθεια του βασιλιά Κωνσταντίνου να ανατρέψει τους συνταγματάρχες είχε αποτύχει και η χούντα είχε εδραιώσει ακόμη περισσότερο την κυριαρχία της. Παραμονή των Χριστουγέννων του 1967 αφήνεται ελεύθερος ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος είχε αποδώσει με τις διηγήσεις του την αίσθηση της ημέρας εκείνη, μια αίσθηση κάθε άλλο παρά γιορτινή: «Είχα ελευθερωθεί, δεν ήμουν πια στον «Αβέρωφ»» έλεγε.

«Κι όμως όλοι μας, η Ελλάδα, κι εγώ σαν κομμάτι της, ήμαστε σκλαβωμένοι. Το σπίτι μου δεν ήταν γεμάτο από πολιτικούς φίλους. Το τηλέφωνο δεν κτυπούσε. Κι ένας μοναχικός χωροφύλακας περπατούσε πάνω κάτω στον δρόμο μπροστά από το σπίτι». Ο ελληνικός λαός θα αγωνιζόταν για τη δημοκρατία και θα γιόρταζε ξανά τα Χριστούγεννα το 1974, τότε που την επικαιρότητα μονοπωλούσε η σύλληψη των χουντικών Παπαδόπουλου, Παττακού, Μακαρέζου, Λαδά και Ρουφογάλη και η εκτόπισή τους στην Τζια λίγο πριν φυλακιστούν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.