Αντε πάλι με τα θεατροκινηματογραφικά μου, αλλά από το βράδυ των εκλογών ένας τίτλος έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. «Βρίζοντας το κοινό». Θα πρέπει να ήταν στο τέλος της δεκαετίας του ’70 όταν είδα αυτήν την παράσταση στο Αντιθέατρο της Μαρίας Ξενουδάκη. Οι ηθοποιοί έβριζαν του θεατές όχι βέβαια για να τους προσβάλουν, αλλά για να προκαλέσουν την αντίδρασή τους. Της τρελής γινόταν, θυμάμαι ότι μας είχαν διώξει, την παρέα μου κι εμένα, από την αίθουσα καθώς, οργισμένα εφηβάκια τότε, είχαμε πάει κυρίως για το «τσαμπουκαλεύεσθαι». Το έργο του Πέτερ Χάντκε είχε ανεβεί για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1966 στη Φρανκφούρτη, σε μια επεισοδιακή παράσταση που κατέληξε στο να συλληφθούν οι συντελεστές της.

Χωρίς το δεύτερο επίπεδο αυτού του σημαντικού θεατρικού έργου, οι πολιτικοί αλλά και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, με το που άρχισαν να διαφαίνονται τα αποτελέσματα την περασμένη Κυριακή επέδειξαν αντανακλαστικά ξινισμένης περσινής αρραβωνιαστικιάς και πήραν στο βρισίδι τους ψηφοφόρους. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τέτοια αντίδραση όσα χρόνια παρακολουθώ εκλογές, αλλά ήδη, από το πρώτο βράδυ, ο Αλέξης Τσίπρας μάς έριξε τις μπηχτές του περί χαμηλής αντιληπτικής ικανότητας.

Από την άλλη μέρα πήραν τη σκυτάλη τα τρολ που μας έβριζαν ως αχάριστους, ενώ για τη Ρένα Σβίγγου, ο κυρίαρχος λαός μεταμορφώθηκε σε «μάζες» από τις οποίες «δεν έχουν γίνει αντιληπτές οι θετικές επιπτώσεις» της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και η Κατερίνα Νοτοπούλου μας είπε, κατά λέξη, ότι αυτοί που δεν την ψήφισαν ώστε να πραγματοποιήσει το όραμά της, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, σιγά μη σεβαστούν τα μπάνια του λαού. Ή μάλλον τα μπάνια των μαζών. Τι απομένει στον λαό – μάζα να κάνει; Αυτό που γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος σε περσινό του κείμενο στα «ΝΕΑ» με αφορμή την ίδια παράσταση: «Την τοξικότητα δεν τη νικάς ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις μαζί της… Τουλάχιστον […]  ας μην εθιστείς να σου αρέσει».