Η Πολωνία «εξοστρακίζει» από τη δημόσια ζωή συνεργάτες του κομμουνιστικού καθεστώτος
Σχεδόν 18 χρόνια μετά την πτώση του κομμμουνισμού τίθεται σε ισχύ στην Πολωνία αμφιλεγόμενο νομοθέτημα που εισηγήθηκε η δίδυμη ηγεσία Καζίνσκι με στόχο να εξοστρακισθούν από τη δημόσια ζωή της χώρας οι συνεργάτες του προηγούμενου πολιτικού συστήματος.
Σχεδόν 18 χρόνια μετά την πτώση του κομμμουνισμού τίθεται σε ισχύ στην Πολωνία -η οποία ανήκει πλέον σήμερα στους κόλπους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ- αμφιλεγόμενο νομοθέτημα με στόχο να εξοστρακισθούν από τη δημόσια ζωή της χώρας οι συνεργάτες του προηγούμενου πολιτικού συστήματος.
Την Πέμπτη αρχίζει τίθεται σε ισχύ ο νόμος, τον οποίο εισηγήθηκαν από κοινού ο πρόεδρος Λεχ Καζίνσκι και η κυβέρνηση του κόμματος του Νόμου και της Δικαιοσύνης (PiS) του δίδυμου αδελφού του Γιάροσλαβ Καζίνσκι, με διακηρυγμένο στόχο να «αποκομμουνιστικοποιηθεί» πλήρως η Τέταρτη Δημοκρατία της Πολωνίας.
Επικριτές των σχεδίων της κυβέρνησης προειδοποιούν ότι η προσπάθειά τους θα εξελιχθεί σε εφιάλτη.
Στο νόμο υπάγονται 700.000 άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων -τοπικοί αξιωματούχοι, πανεπιστημιακοί καθηγητές, νομικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και τραπεζίτες- που έχουν γεννηθεί πριν το 1972.
Κατά το νόμο, οφείλουν να υποβάλλουν γραπτώς δηλώσεις με τις οποίες υποχρεούνται να αποκαλύψουν οποιαδήποτε συνεργασία είχαν με την μυστική αστυνομία και τις υπηρεσίες πληροφοριών της Πολωνίας την κομμουνιστική εποχή.
Όσοι υποβάλλουν ψευδείς δηλώσεις αντιμετωπίζουν απαγόρευση του δικαιώματος της άσκησης του επαγγέλματός τους για περίοδο που θα φθάνει έως και τα δέκα χρόνια. Εκτιμάται ότι η διαδικασία της εξέτασης και της επαλήθευσης των εκατοντάδων χιλιάδων δηλώσεων θα διαρκέσει έως και το 2023.
Το καθήκον αυτό έχει ανατεθεί στο Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης (IPN), ένας οργανισμός υπεύθυνος για την διερεύνηση των εγκλημάτων που αποδίδονται από τις πολωνικές αρχές στους Ναζί, αλλά και στους κομμουνιστές. Ο πρόεδρος του IPN Γιάνους Κούρτικα πιστεύει ότι με την κρατική ασφάλεια και τις υπηρεσίες πληροφοριών συνεργάζονταν τουλάχιστον 1 εκατ. άνθρωποι στην διάρκεια των 45 ετών κομμουνιστικής διακυβέρνησης της χώρας έως το 1989.
Έως την 15η Σεπτεμβρίου το IPN θα αρχίσει να δημοσιεύει στο Διαδίκτυο καταλόγους με τα ονόματα των πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών της κομμουνιστικής εποχής, των πληροφοριοδοτών τους και των ανθρώπων που παρακολουθούνταν. Ακόμη, ο νόμος προβλέπει την δημοσιοποίηση των ονομάτων των λογοκριτών, καθώς και όσων διεισέδυσαν στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καθώς και κορυφαίων αξιωματούχων.
Προϋπάρχων νόμος του 1997 κάλυπτε 27.000 θέσεις στο δημόσιο, υποχρεώνοντας πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς να αποκαλύπτουν εάν είχαν συνεργασθεί μυστικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών την εποχή της κομμουνιστικής διακυβέρνησης. Οι υπαγόμενοι στο νόμο αντιμετώπιζαν 10ετή στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων εάν ψεύδονταν.
Καταγγέλλεται «κυνήγι μαγισσών»
Ο έλεγχος των αξιωματούχων για ενδεχόμενη συνεργασία τους με την μυστική αστυνομία και τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι ένα θέμα που προκαλεί οξύτατες εντάσεις στην Πολωνία. Οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής καταγγέλλουν ότι πρόκειται για κυνήγι μαγισσών και ένα επικίνδυνο όργανο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταστροφή οποιουδήποτε.
Σύμφωνα με αρκετούς παρατηρητές, ο νόμος θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, προκαλώντας αλληλοκατηγορίες και αντεγκλήσεις, που θα δημιουργήσουν τεράστια σύγχυση.
Άλλο ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι αντιτιθέμενοι στο νόμο είναι ότι οι ερευνητές θα βασισθούν στα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών, γεγονός που, όπως εκτιμούν, καθιστά δύσκολη ως αδύνατη την επαλήθευση οποιασδήποτε υπόθεσης. Οι υποστηρικτές του νόμου επισημαίνουν το παράδειγμα της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, όπου οι φάκελλοι των μυστικών υπηρεσιών δημοσιοποιήθηκαν χρόνια πριν.
Η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων και από τραπεζίτες, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους προκάλεσε κατάπληξη. Πολλοί από τους γνωστότερους Πολωνούς δημοσιογράφους, πρώην μέλη του αντικομμουνιστικού συνδικάτου της Αλληλεγγύης, κατέστησαν σαφές ότι δεν θα υποβάλλουν δηλώσεις.
Η Έβα Μίλεβιτς, πρώην μέλος της Αλληλεγγύης, σχολιογράφος της φιλελεύθερης εφημερίδας Gazeta Wyborcza, είπε ότι η άρνησή της να υποβάλλει δήλωση αποτελεί πράξη πολιτικής ανυπακοής. Ο δημοσιογράφος Γιάτσεκ Ζακόβσκι έκανε λόγο για «παράνοια» της κυβέρνησης έναντι των δημοσιογράφων.