Στην έκτη θέση της παγκόσμιας οικονομικής κατάταξης σκαρφάλωσε η Κίνα το 2004
Η Κίνα αναθεώρησε προς τα πάνω (κατά 16,8%) την εκτίμησή της για το ΑΕΠ το 2004, γεγονός που επέτρεψε στην κινεζική οικονομία να υποσκελίσει την ιταλική, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών ως προς το ΑΕΠ.
Η Κίνα αναθεώρησε προς τα πάνω (κατά 16,8%) την εκτίμησή της για το ΑΕΠ το 2004, γεγονός που επέτρεψε στην κινεζική οικονομία να υποσκελίσει την ιταλική, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, υπολογισμένο σε δολάρια.
Επιπλέον, στη βάση των διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των σχετικών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης το 2005, οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι η Κίνα έχει πλέον ανέλθει στην τέταρτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης, πάνω από τη Γαλλία και τη Βρετανία, και πίσω μόνον από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γερμανία.
Το Εθνικό Γραφείο Στατιστικών εκτιμά πλέον ότι το κινεζικό ΑΕΠ ανήλθε το 2004 σε 15,99 τρισ. γουάν ή περίπου 2,3 τρισ. γουάν περισσότερα από την προηγούμενη εκτίμηση.
Στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες βιομηχανίες υπηρεσιών, όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι πωλήσεις λιανικής και η αγορά ακινήτων, αναλογεί το 93% της αναθεώρησης, με τη συμβολή του τομέα των υπηρεσιών στο κινεζικό ΑΕΠ το 2004 να ανέρχεται πλέον στο 40,7%, έναντι 31,9% προηγουμένως.
Αναλυτές, όπως ο Τζουν Μα της Deutsche Bank στο Χονγκ Κονγκ, εκτιμούν ότι ένα μεγαλύτερο ΑΕΠ ενδέχεται να πυροδοτήσει μεγαλύτερες πιέσεις από το εξωτερικό στην Κίνα να συμπεριφερθεί ως μια «πιο υπεύθυνη» μεγάλη χώρα, επιτρέποντας την ανατίμηση του γουάν.
Μετά τη αποδέσμευσή του από το δολάριο και την ανατίμησή του κατά 2,1% τον περασμένο Ιούλιο, η συναλλαγματική ισοτιμία του κινεζικού νομίσματος με το δολάριο έχει ενισχυθεί κατά μόλις 0,46%.
Η συνεισφορά των εξαγωγών κινεζικών προϊόντων στο ΑΕΠ της χώρας έχει υποχωρήσει στο 29%, από 39% προηγουμένως, έτσι οι αναθεωρήσεις διασκεδάζουν τις ανησυχίες των υπεύθυνων για τη χάραξη πολιτικής ότι μια απότομη ενίσχυση του γουάν θα υπονομεύσει ενδεχομένως τους ρυθμούς ανάπτυξης και θα οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας, υπογράμμισε ο Τζουν Μα.