Είναι παγκοίνως γνωστό ότι, όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως κάποιος στερείται είτε καθαριότητας και υγιεινής, με αποτέλεσμα να αποπνέει δυσάρεστη οσμή (κυριολεκτική έννοια), είτε εντιμότητας και ευπρέπειας, με αποτέλεσμα να είναι κατακριτέος από ηθικής απόψεως (μεταφορική έννοια), κάνουμε χρήση του επιθέτου βρόμικος, -η, -ο (π.χ., βρόμικο σπίτι, βρόμικα ρούχα, βρόμικοι δρόμοι, βρόμικη ατμόσφαιρα, βρόμικος πόλεμος, βρόμικο χρήμα, βρόμικο παιχνίδι, βρόμικος άνθρωπος).

Αυτό που δεν είναι γνωστό μετά βεβαιότητας, τουλάχιστον σε όσους δεν έχουν εντρυφήσει στον κόσμο της ελληνικής γλώσσας, είναι το πώς πρέπει να γράφουμε το εν λόγω επίθετο, δεδομένου ότι στα διάφορα κείμενα που υποπίπτουν καθημερινά στην αντίληψή μας απαντούν δύο γραφές: βρόμικος και βρώμικος.

Τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα που τίθεται θα δοθεί, όπως πάντοτε, με τη βοήθεια της απαραίτητης ετυμολογικής έρευνας και μελέτης.

Το υπό εξέταση επίθετο (όπως και τα ουσιαστικά βρόμα και βρομιά, τα επίθετα βρομερός και βρομιάρης) πρέπει να γράφεται με -ο- (βρόμικος) και όχι με -ω- (βρώμικος), καθώς είναι παράγωγο του ρήματος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας βρομώ (βρομέω), το οποίο, με τη σειρά του, παράγεται από το ουσιαστικό βρόμος (αρσενικού γένους) και το ρήμα βρέμω.

Οι τρεις αυτές λέξεις της αρχαίας ελληνικής, ομόρριζα των λέξεων βροντή και βροντώ (βροντάω), δήλωναν ισχυρό θόρυβο, έντονο κρότο, πάταγο ή ταραχή. Ειδικότερα το βρέμω, από το οποίο παρήχθησαν όλες οι προαναφερθείσες λέξεις, σήμαινε βρυχώμαι, ωρύομαι, κραυγάζω, κάνω κρότο ή πάταγο.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί, όμως, η γραφή βρωμ- (αντί της ορθής βρομ-), που κάθε άλλο παρά σπάνια είναι σε κάθε λογής κείμενα;

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, το -ω- εμφανίστηκε αρχικά στο ουσιαστικό βρώμα (ακολούθως δε στο επίθετο βρώμικος κ.λπ.) ως απόρροια παρετυμολογικής σύνδεσης του ουσιαστικού βρόμα (δυσάρεστη οσμή, δυσοσμία, δυσωδία, ηθική κατάπτωση, σήψη) με το ουσιαστικό βρώμα της αρχαίας ελληνικής. Το δεύτερο εξ αυτών, ουδετέρου γένους (βρώμα, -ατος), παράγωγο του ρήματος βιβρώσκω (τρώγω), σήμαινε φαγητό ή τροφή.