Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκείνες στο γραπτό και τον προφορικό λόγο όπου σημειώνονται αποκλίσεις από ορθούς σε ό,τι αφορά την παραγωγή και την ετυμολογία λεκτικούς τύπους.

Μάλιστα, ορισμένοι αποκλίνοντες τύποι έχουν υπερισχύσει και έχουν καθιερωθεί σε τέτοιο βαθμό, που αποτελούν πλέον τους περισσότερο συνήθεις και διαδεδομένους λεκτικούς τύπους, ανεξάρτητα από όσα αναφέρονται στα εγκυρότερα λεξικά της νέας ελληνικής γλώσσας.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το ζεύγος των ρημάτων καταχωρίζω και καταχωρώ, με το πρώτο να αποτελεί τον ορθό τύπο και το δεύτερο τον αποκλίνοντα αλλά και επικρατέστερο τύπο στη σύγχρονη γλωσσική πραγματικότητα.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσεγγίσουμε τα δύο ρήματα από ετυμολογικής και σημασιολογικής απόψεως, ώστε να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ένα ασφαλές συμπέρασμα ως προς τον προτιμητέο τύπο.

Το καταχωρίζω (κατά + χωρίζω) απαντά ίδιο κι απαράλλακτο στην αρχαία ελληνική γλώσσα με την έννοια τού τοποθετώ, βάζω σε τάξη, βάζω κάτι στη θέση του, το θέτω κατά χώραν (εκεί όπου ανήκει).

Στη νέα ελληνική γλώσσα το καταχωρίζω σημαίνει καταγράφω ή εγγράφω στοιχεία, συναλλαγές, σημειώσεις κ.λπ. στην κατάλληλη θέση μιας βάσης δεδομένων, ενός καταλόγου, πίνακα, μητρώου, λογαριασμού εσόδων – εξόδων, βιβλίου, εντύπου κ.ο.κ.:

«Οι σημειώσεις αυτές πρέπει να καταχωριστούν στο βιβλίο σήμερα», «Ο ομιλητής ζήτησε να καταχωριστούν στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του», «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι στο πρωτόκολλο της υπηρεσίας καταχωρίζονται κατ’ αύξοντα αριθμό και ημερομηνία όλα ανεξαιρέτως τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα έγγραφα», «Ο συγκεκριμένος διαδικτυακός τόπος καταχωρίζει τις αγγελίες χωρίς καμία επιβάρυνση», «Θα ήθελα να πληροφορηθώ εάν έχει καταχωριστεί όντως η αίτησή μου», «Ο υπεύθυνος φορέας καταχώρισε την αναθεωρημένη έκδοση στο διαδίκτυο».

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα προαναφερθέντα, το ρήμα καταχωρίζω, τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα ελληνική γλώσσα, δηλώνει θέση (για την ακρίβεια, τοποθέτηση ενός στοιχείου στην οικεία ή πρέπουσα θέση), όπως και άλλα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό το ρήμα χωρίζω (αποχωρίζω, διαχωρίζω, ξεχωρίζω).

Από την άλλη πλευρά, το μεταγενέστερο (ελληνιστικό) καταχωρώ (κατά + χωρώ), όπως και άλλα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό το ρήμα χωρώ (αναχωρώ, αποχωρώ, εισχωρώ, προχωρώ, υποχωρώ κ.λπ.), δηλώνει κίνηση και όχι θέση.

Ειδικότερα, το καταχωρώ σημαίνει υποχωρώ, παραιτούμαι από διεκδικήσεις μου, περιορίζω τις απαιτήσεις μου, συμβιβάζομαι.

Βάσει των ανωτέρω, το καταχωρώ δεν ταυτίζεται από σημασιολογικής απόψεως με το καταχωρίζω, γι’ αυτό και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αντ’ αυτού.

Εν κατακλείδι, και παρά τις σεβαστές απόψεις περί του αντιθέτου, δε θα υποκύψουμε στις πιέσεις της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας, θα απορρίψουμε τα «καθιερωμένα λάθη» (καταχωρώ, καταχώρηση) και θα επιμείνουμε στη χρήση των ορθών τύπων (καταχωρίζω, καταχώριση), όσο κι αν αυτοί μπορεί να ηχούν πλέον παράξενα στ’ αφτιά πολλών χρηστών της νέας ελληνικής γλώσσας.