Ως μεγάλα, ξεχωριστά προτερήματα των δικανικών λόγων του Λυσία θεωρούνται από τους μελετητές η απλότητα –καρπός της συστηματικής προσπάθειάς του να μπαίνει κάθε φορά στη θέση των προσώπων για τα οποία έγραφε– και η εκπληκτική αφηγηματική ικανότητα. Η τελευταία αυτή αρετή καθίσταται ολοφάνερη στο λόγο του που φέρει τον τίτλο Υπέρ του Ερατοσθένους φόνου απολογία. Σε αυτόν αναλαμβάνει το έργο της υπεράσπισης του γεωργού Ευφίλητου, ενός απλού ανθρώπου, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία του νεαρού Ερατοσθένη, εραστή της συζύγου του. Η δίκη –δε γνωρίζουμε ούτε την έκβασή της ούτε το έτος διεξαγωγής της– λαμβάνει χώρα κατά πάσαν πιθανότητα στο Δελφίνιον, το αρμόδιο για τέτοιου είδους υποθέσεις δικαστήριο, που συνεδρίαζε στο ιερό του Δελφινίου Απόλλωνος.
Ο υπό εξέταση υπερασπιστικός λόγος του Λυσία είναι πολύ διαφωτιστικός αφενός ως προς τη θέση της γυναίκας στην Αθήνα των Κλασικών Χρόνων και αφετέρου ως προς το νομοθετικό καθεστώς που ήταν τότε σε ισχύ στην αθηναϊκή πολιτεία. Εξ όσων γνωρίζουμε, ο θιγόμενος είχε κατά το νόμο το δικαίωμα να φονεύσει ατιμωρητί (νηποινεί κτείνειν) εκείνον που διέπραττε μοιχεία εις βάρος του, εφόσον τον συνελάμβανε επ’ αυτοφώρω. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ευφίλητος ομολογεί το φόνο, αλλά ισχυρίζεται πως αυτός είναι σύννομος (φόνος δίκαιος), μια και είχε συλλάβει τον Ερατοσθένη να συνευρίσκεται ερωτικά με τη σύζυγό του μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Από τη δική τους πλευρά, οι συγγενείς του νεκρού, οι κατήγοροι, αμφισβητούν την εκδοχή του Ευφίλητου και υποστηρίζουν ότι ο Ερατοσθένης είχε συρθεί διά της βίας από το δρόμο μέσα στην οικία του δράστη, όπου και είχε φονευθεί, παγιδευμένος από εκείνον. Ο τελευταίος ισχυρισμός είναι κρίσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς η προαναφερθείσα ατιμωρησία του δράστη, η νομιμοποίηση της αυτοδικίας με άλλα λόγια, ίσχυε υπό τον όρο ότι αυτός δεν είχε παγιδεύσει το θύμα του. Επιπροσθέτως, οι αντίδικοι ισχυρίζονται ότι τα κίνητρα του Ευφίλητου ήταν στην πραγματικότητα άλλα –οικονομικής φύσεως– και όχι η εξευτελισμένη αξιοπρέπειά του, ενώ δεν παραλείπουν να επισημάνουν και το γεγονός πως ο Ερατοσθένης είχε ήδη καταφύγει στην εστία της οικίας, η οποία παρείχε ως γνωστόν άσυλο σε όλους.
Η ιδιομορφία του συγκεκριμένου λόγου έγκειται στην ασυνήθιστα εκτεταμένη διήγησιν, που αναμφίβολα αποτελεί ένα αφηγηματικό επίτευγμα του Λυσία. Με αυτήν ο κορυφαίος λογογράφος επιχειρεί να παρουσιάσει το μοιχοκτόνο Ευφίλητο ως ένα ανθρωπάκι που δεν ήταν ικανό να εκτελέσει το προμελετημένο και ειδεχθές έγκλημα για το οποίο κατηγορείται.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ξενόγλωσση έκδοση του λόγου του Λυσία «Υπέρ του Ερατοσθένους φόνου απολογία» (επιμέλεια Raffaele Greco, Φλωρεντία, 1991).
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 17μελή Χορό.