Θεωρείται μια από τις πιο εμβληματικές και ειλικρινείς απεικονίσεις του σαρκικού έρωτα στην ιστορία της τέχνης. Το Φιλί, το γλυπτό του Όγκιστ Ροντέν αποπνέει έναν διαχρονικό ρομαντισμό που μαγνητίζει τους επισκέπτες εδώ και δεκαετίες.
Ωστόσο, πίσω από τις λείες γραμμές και την ιδανική ομορφιά των δύο γυμνών εραστών κρύβεται μια εξαιρετικά περίπλοκη, σκοτεινή και γεμάτη σκάνδαλα διαδρομή γράφει το BBC.
To Φιλί, που αποθεώνεται ως ο ύμνος της νεανικής παθιασμένης αγάπης, αποδεικνύει ότι η διαδρομή του έρωτα —αλλά και της ίδιας της τέχνης— δεν είναι ποτέ ανέφελη. Άλλωστε οι δύο εραστές είναι δύο δολοφονημένοι καταραμένοι μοιχοί από την Κόλαση του Δάντη.
Η αρχή του έργου εντοπίζεται στο 1880, όταν ο Όγκιστ Ροντέν, γιος ενός αστυνομικού υπαλλήλου από μια εργατική γειτονιά του Παρισιού, πλησίαζε τα σαράντα του χρόνια και είχε ήδη αρχίσει να εδραιώνει τη φήμη του. Εκείνη τη χρονιά, το γαλλικό κράτος τού ανέθεσε για πρώτη φορά να σχεδιάσει μνημειώδεις χάλκινες πόρτες για ένα νέο μουσείο διακοσμητικών τεχνών.
Ο Όγκιστ Ροντέν επέλεξε ως θέμα την Κόλαση του Δάντη και σχεδίασε στο αριστερό πάνελ της πύλης ένα ανάγλυφο σύμπλεγμα που αντιπροσώπευε τον παράνομο έρωτα του Πάολο και της Φραντσέσκα, δύο προσώπων που ο Δάντης συνάντησε στον δεύτερο κύκλο της Κόλασης, χτυπημένους από έναν αιώνιο ανεμοστρόβιλο.
Σύμφωνα με τη μεσαιωνική ιστορία, η Φραντσέσκα και ο Πάολο ερωτεύτηκαν καθώς διάβαζαν ιστορίες ιπποτικού έρωτα. Όταν ο σύζυγος της Φραντσέσκα, ο οποίος ήταν και αδελφός του Πάολο, τους ανακάλυψε, τους μαχαίρωσε μέχρι θανάτου.
Ο Όγκιστ Ροντέν επέλεξε να αποτυπώσει τη στιγμή του πρώτου τους φιλιού. Μια προσεκτική ματιά στο γλυπτό αποκαλύπτει το βιβλίο που γλιστρά από το αριστερό χέρι του άνδρα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1880, τα σχέδια για το μουσείο ναυάγησαν και οι Πύλες της Κόλασης, όπως ονομάστηκε τελικά το έργο, χυτεύθηκαν σε μπρούντζο μόνο μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη.
Ωστόσο, ο Όγκιστ Ροντέν είχε ήδη αποφασίσει από το 1886 ότι το ανάγλυφο του Πάολο και της Φραντσέσκα θα λειτουργούσε καλύτερα ως ένα αυτόνομο, μεγάλο γλυπτό.
Την επόμενη χρονιά, το γαλλικό κράτος τού ανέθεσε να μεταφέρει το έργο σε μάρμαρο, σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσικό. Το γλυπτό παρέμεινε ημιτελές στο εργαστήριό του για μια δεκαετία, καθώς ο δημιουργός επικεντρώθηκε σε άλλα έργα.
Το 1898, ο Όγκιστ Ροντέν αποφάσισε να το εκθέσει στο ετήσιο Σαλόν, δίπλα στο ριζοσπαστικό και μονολιθικό άγαλμα του συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Ενώ το άγαλμα του συγγραφέα χλευάστηκε από το κοινό, Το Φιλί σημείωσε αμέσως τεράστια επιτυχία.
Αντιγράφηκε γρήγορα σε χαλκό σε διάφορα μεγέθη, και μέχρι το 1917 είχαν παραχθεί περισσότερα από 300 αντίγραφα, καθώς το έργο λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τις σκέψεις γύρω από το νεανικό, φυσικό πάθος.
Λογοκρισία και δικαστική εντολή
Το 1900, ο Έντουαρντ Πέρι Γουόρεν, ένας εύπορος γκέι συλλέκτης και γνώστης της τέχνης από τη Βοστώνη που ζούσε στο Ανατολικό Σάσσεξ της νότιας Αγγλίας, ρώτησε τον Ροντέν αν θα δεχόταν να δημιουργήσει ένα πλήρες αντίγραφο του γλυπτού από το καλύτερο δυνατό μάρμαρο για την ιδιωτική του συλλογή.
Ο Γάλλος καλλιτέχνης συμφώνησε και συντάχθηκε ένα συμβόλαιο που όριζε την αμοιβή του στις 20.000 φράγκα, περιλαμβάνοντας όμως και έναν πολύ συγκεκριμένο όρο: «το γεννητικό όργανο του άνδρα πρέπει να ολοκληρωθεί».
Το ολοκληρωμένο έργο παραδόθηκε το καλοκαίρι του 1904, αλλά αποδείχθηκε υπερβολικά μεγάλο για το σπίτι του Γουόρεν, με αποτέλεσμα να αποθηκευτεί, σχεδόν ταπεινωτικά, στον στάβλο του κτήματος.
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο συλλέκτης δάνεισε το γλυπτό στο Δημαρχείο του Λιούις, όπου τοποθετήθηκε στην αίθουσα συγκεντρώσεων, έναν χώρο που χρησιμοποιούσαν για αναψυχή οι στρατιώτες που στάθμευαν στην πόλη.
Το γυμνό των πρωταγωνιστών θεωρήθηκε τόσο προκλητικό από τους πουριτανούς κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι φοβούνταν ότι θα προκαλέσει άκοσμη συμπεριφορά στους στρατιώτες, που το γλυπτό περιφράχθηκε με κιγκλίδωμα και καλύφθηκε με ένα σεντόνι.
Δύο χρόνια αργότερα επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του και κρύφτηκε πίσω από μπάλες άχυρου για να προστατευτεί από τους βομβαρδισμούς. Τελικά, πολύ μετά τον θάνατο του Γουόρεν το 1928, το Φιλί μπήκε στη συλλογή της Tate, το 1953.
Το σχοινί και το ψαλίδι
Για χρόνια, καταλάμβανε την κεντρική ροτόντα της Tate Britain, αλλά, μετά τα εγκαίνια της Tate Modern το 2000, μεταφέρθηκε στη νέα γκαλερί, όπου παρέμεινε σε ένα πλατύσκαλο κοντά στις τουαλέτες.
Όταν η Βρετανίδα εικαστικός Κορνέλια Πάρκερ προσκλήθηκε να συμμετάσχει στην Tate Triennial το 2003, αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά, τυλίγοντας το γλυπτό με ένα με ένα μίλι σπάγκο (περίπου 1,6 χιλιόμετρα), δημιουργώντας ένα νοητό δίχτυ ή «ιστό» που καλύπτει τους καταραμένους εραστές.
Η επιλογή της ήταν ευθεία αναφορά σε μια ιστορική έκθεση του Σουρεαλισμού στη Νέα Υόρκη, την οποία είχε σχεδιάσει ο Μαρσέλ Ντυσάν, γεμίζοντας τον χώρο με ένα «μίλι από σπάγκο εμποδίζοντας τη θέα των άλλων έργων». Η Κορνέλια Πάρκερ εξήγησε ότι η παρέμβασή της, την οποία ονόμασε The Distance (A Kiss With Strings Attached), ήταν μια μάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές σχολές.
Αν και θαύμαζε τον Ροντέν, η αγάπη της Πάρκερ για τον Ντυσάν ήταν μεγαλύτερη. Θεωρούσε ότι, παρά τη δημοτικότητά του, Το Φιλί είχε μετατραπεί σε ένα ρομαντικό κλισέ. Στόχος της ήταν να επαναφέρει την αρχική πολυπλοκότητα του έργου, υπενθυμίζοντας ότι οι ανθρώπινες σχέσεις μπορεί να είναι βασανιστικές και όχι απαραίτητα ιδανικές. Ο σπάγκος λειτούργησε ως σύμβολο αυτών ακριβώς των δυναμικών.
Η ιδέα της Κορνέλια Πάρκερ δίχασε, συνεχίζοντας τη σκανδαλιστική ιστορία του Φιλιού μέσα στο χρόνο. Ο Τύπος αντιπάθησε με πάθος την παρέμβασή της με σειρά από αρνητικά άρθρα να ακυρώνουν την επιλογή της. Η οργή ήταν τέτοια που εξοργισμένος επισκέπτης του μουσείου έβγαλε ένα ψαλίδι και έκοψε το σχοινί πριν προλάβουν να παρέμβουν οι φύλακες.
Παρά την επιθυμία του μουσείου να κινηθεί δικαστικά εναντίον του, η Πάρκερ αρνήθηκε για να μην δώσει επιπλέον δημοσιότητα στο περιστατικό.
Αντίθετα, επέλεξε να δέσει ξανά τα κομμένα σχοινιά και να τα τοποθετήσει πάλι πάνω στο γλυπτό, γεγονός που έδωσε στο έργο μια λιγότερο λυρική και περισσότερο πανκ προσέγγιση. «Θα άρεσε πολύ στον Ντυσάν» είπε η ίδια.
«Μπιμπελό»
Ο Όγκιστ Ροντέν υποτίμησε το Φιλί, χαρακτηρίζοντάς το ως «ένα μεγάλο σκαλιστό μπιμπελό που ακολουθεί μια συνηθισμένη φόρμουλα». Ωστόσο, η γνώση του παρασκηνίου και της ιστορίας του γλυπτού φέρνει στην ιστορία του πάθη και πολυπλοκότητα, ως άλλη διαδρομή ενός καταδικασμένου, αληθινού, έρωτα.
«Το σπουδαιότερο» έγραψε ο Ροντέν στη διαθήκη απευθυνόμενος προς τους νέους καλλιτέχνες «είναι να συγκινείσαι, να αγαπάς, να ελπίζεις, να πάλλεσαι, να ζεις». Το Φιλί μπορεί να ξεκίνησε ως μια παραγγελία για μια θεσμική πύλη, αλλά μετατράπηκε σε έναν παγκόσμιο θρύλο επειδή ο δημιουργός του αρνήθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες της απάθειας.
Ανεξάρτητα από τις αλλαγές στις εκθεσιακές αίθουσες ή τις θεωρητικές διαμάχες των κριτικών, το γλυπτό παραμένει μια σταθερή υπενθύμιση ότι η τέχνη, όπως και ο έρωτας, οφείλει να είναι μια πράξη απόλυτης και ανυπότακτης ζωής.