Η οξύτητα της σκέψης και η ευστοχία των επιχειρημάτων είναι αρετές του Λυσία που εμφανίζονται όχι μόνο στο λόγο του Υπέρ του αδυνάτου αλλά και στην Περί του σηκού απολογία του. Εδώ ένας κτηματίας, ευρισκόμενος ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτήν τη φορά, εκφράζει με τρόπο αξιοπρεπή την αγανάκτησή του για την εναντίον του διατυπωθείσα κατηγορία, ότι δήθεν είχε παραβιάσει την ξύλινη περίφραξη ενός ιερού ελαιόδεντρου και είχε απομακρύνει τον κορμό του (η λέξη «σηκός» σήμαινε τον περίφρακτο ιερό τόπο, εν προκειμένω τον ιερό περίβολο μιας γέρικης ελιάς).
Οι ιερές αυτές ελιές –σύμφωνα με την παράδοση, κατάγονταν από την ελιά που είχε φυτέψει η Αθηνά στην Ακρόπολη ή από τις παραφυάδες αυτής στην περιοχή της Ακαδημίας– ονομάζονταν μορίαι (προστάτης και φύλακάς τους ήταν ο Μόριος Ζευς), αποτελούσαν ιδιοκτησία της αθηναϊκής πολιτείας και μισθώνονταν από εκείνους που πλειοδοτούσαν στη σχετική δημοπρασία. Ο Άρειος Πάγος είχε την ανώτατη επίβλεψη για τα ιερά ελαιόδεντρα, τιμωρούσε δε με εξορία και δήμευση της περιουσίας τους όσους αποδεικνύονταν ένοχοι καταστροφής κάποιου σηκού, καθώς και με χρηματική ποινή όσους αποδεικνύονταν ένοχοι καλλιέργειας του χώρου κοντά σε σηκό.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην υπό εξέταση δίκη που λαμβάνει χώρα το 395/394 π.Χ., ένας νέος ονόματι Νικόμαχος κατηγορεί έναν εύπορο αθηναίο πολίτη για την απομάκρυνση του κορμού ενός ιερού ελαιόδεντρου. Ο τελευταίος, επιχειρώντας να ανασκευάσει την εν λόγω κατηγορία, εκφωνεί το λόγο που συνέγραψε για λογαριασμό του ο Λυσίας. Μεταξύ άλλων, προσπαθεί να αποδείξει ότι, όταν περιήλθε στην κατοχή του η επίδικη έκταση, δεν υπήρχε μέσα σε αυτήν ούτε ελιά ούτε κορμός ιερού ελαιόδεντρου. Και ισχυρίζεται ότι ο Νικόμαχος δεν κόπτεται για την πόλη, αλλά ενεργεί ως συκοφάντης, ο οποίος υποκινείται από τους εχθρούς του και επιδιώκει στην πραγματικότητα να του αποσπάσει χρήματα.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, έκδοση λόγων του Λυσία και του Ισοκράτη, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η «Περί του σηκού απολογία» του πρώτου (επιμέλεια Κυριάκου Κοσμά – Νικολάου Ζαφειρίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1976).