Παντελής Μπουκάλας, «Είκοσι»: Κάνοντας στίχο τον ανείπωτο πόνο
Ο Παντελής Μπουκάλας κατορθώνει να πάρει το πιο αβάσταχτο βίωμα και να το κάνει αφετηρία μιας συγκλονιστικής ποιητικής γραφής που τελικά πηγαίνει πολύ πέρα από το βίωμα
Όποια και όποιος έχει παιδί ξέρει πως από ένα σημείο και μετά, εάν υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να σκεφτείς δεν είναι ο θάνατός σου. Με αυτόν, όσο περνούν τα χρόνια, αναγκαστικά το δειλό φλερτ προχωράει. Αυτό που δεν μπορείς να σκεφτείς είναι ο θάνατος του παιδιού σου. Αυτό είναι πέρα από τη σκέψη, πέρα από τη λέξη. Γι’ αυτό και όταν έμαθα για τη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα, με τίτλο «Είκοσι», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα, ταλαντευόμουνα, ήθελα και δεν ήθελα να τη διαβάσω. Γιατί ο Μπουκάλας σε αυτή τη συλλογή αναμετριέται με το χαμό του γιου του, του Σπύρου, στα είκοσί του χρόνια, σε δυστύχημα.
Και όταν λέω αναμετριέται, δεν εννοώ ότι πίσω από τους στίχους υπάρχει ο απόηχος μιας τραγικής εμπειρίας. Ο Μπουκάλας γράφει μια συλλογή για τον γιο του, που απευθύνεται στον γιο του, που τον μοιρολογάει, πατώντας συχνά πάνω σε τρόπους παλιούς που οι άνθρωποι δοκίμαζαν σε αυτόν τον τόπο για να χειριστούν τον πόνο.
Αυτό τον νιο που κίνησε να ρθει στον Κάτω Κόσμο / μην τον αφήσεις μόναχό, μα να μου τον προσέχεις./ Γιατί είναι νιος, κι είν’ άμαθος, δεν ξέρει από σκοτάδι, / δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα.
Βαθύς γνώστης μιας ολόκληρης ποιητικής παράδοσης, ο Μπουκάλας κινείται ανάμεσα σε ένα στίχο που θυμίζει το δημοτικό τραγούδι – το έχει μελετήσει άλλωστε συστηματικά –, ενίοτε πηγαίνοντας ακόμη πιο πίσω («μωρό μου ωκύμορο» γράφει κάπου επιστρέφοντας στον Όμηρο) και όλη την μετέπειτα εξέλιξη, διαλέγοντας άλλοτε την πυκνότητα της αφαίρεσης, άλλοτε την αφηγηματικότητα, χωρίς ποτέ να χάνεται ο ρυθμός, χωρίς ποτέ να σταματάει το μοιρολόγι, σαν τις εναλλαγές ανάμεσα στην παράδοση στη μνήμη – εκεί όπου όλα είναι πάντα ζωντανά – και τη αναμέτρηση με την άβυσσο της απουσίας, που βιώνουμε όταν αντιμετωπίζουμε την απώλεια.
Όμως, αυτό που αναβλύζει από αυτή τη συλλογή δεν είναι απλώς το βίωμα. Δεν είναι μόνο το πώς απευθύνεται ο Μπουκάλας στον γιό του που είναι «Με ληστεμένο το ωραίο / το ιερό δικαίωμα της φθοράς». Είναι η δύναμη της ποίησης. Είναι η ικανότητα της ποίησης να παίρνει το βίωμα και να κάνει κάτι πολύ παραπάνω και πολύ παραπέρα από το βίωμα: να το κάνει λέξη και στίχο και μέτρο και φράση και εικόνα ηχητική που σε κρατάει και δεν σε αφήνει. Όχι γιατί συμπάσχεις, αλλά γιατί – όπως συμβαίνει πάντα με τη μεγάλη ποίηση – ταυτόχρονα βλέπεις τη ζωή και στοχάζεσαι αυτό που τελικά μένει, αυτή τη μοναδική ικανότητα της τέχνης να συγκεφαλαιώνει τη ζωή και να την ξεπερνά, προσφέροντας κάτι πολύ παραπάνω από παρηγοριά. Γιατί η απόσταση από το βίωμα που προσφέρει η ποίηση δεν είναι «απόσταση ασφαλείας», είναι ο χώρος για κάτι πολύ πιο έντονο από την απλή συγκίνηση. Και έτσι όταν διαβάζεις το «Τα βιάστηκες, κλωνάρι μου /να ξεκορμίσεις», ταυτόχρονα πνίγεις τον λυγμό σου, υποκλίνεσαι στη δύναμη του στίχου και σκέφτεσαι πώς συναντιούνται ενίοτε η ομορφιά και το σε τελική ανάλυση παράλογο της ύπαρξης με ημερομηνία λήξης.
Και αυτό είναι ίσως το αληθινά ουσιώδες. Ο Μπουκαλάς σε αυτή την ποιητική συλλογή, που υποθέτουμε ότι δεν θα ήθελε ποτέ να είχε βρεθεί στη θέση να γράψει, κατορθώνει να γράψει σπουδαία ποίηση. Μεγάλη ποίηση. Ποίηση που δεν βρίσκεις ούτε ένα σημείο στίξης περιττό ή σε λάθος θέση. Ποίηση που δείχνει τη δύναμη ενός βαθιού λυρισμού που κάνει τον πόνο στίχο, που κάνει πράξη αυτό που κάποτε έγραψε ο Σολωμός: «Ποιος είχε πει σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;».
Η Τέχνη δεν σβήνει τον πόνο, ούτε η ποίηση σταματά τα δάκρυα. Δεν δίνουν δύναμη και δεν προσφέρουν λησμονιά. Όμως, κάνοντας τον πόνο λέξη και στίχο, στροφή και ποίημα φτιάχνουν το μόνο ίσως που ο θάνατος δεν μπορεί – όσο και εάν προσπαθήσει – να αγγίξει.
Με τα λόγια του Μπουκάλα: «Να πολεμάμε το γραμμένο / Να το κάνουμε γραπτά / Ξόρκια / Επωδές / Τραγουδομοιρολόγια».
(Η φωτογραφία του άρθρου είναι ένας πίνακας του Γιώργου Χατζημιχάλη. Ένα άλλο έργο του Χατζημιχάλη είναι και το εξώφυλλο στη συλλογή του Μπουκάλα)