[…]

Η ανάληψη της Προεδρίας μου συμπίπτει με τη συμπλήρωση εκατό ετών ζωής της Ακαδημίας (σ.σ. η Aκαδημία Aθηνών ιδρύθηκε στις 18 Mαρτίου 1926 ως Ακαδημία των Επιστημών, των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών), και η χρονική αυτή σύμπτωση δεν προσφέρεται μόνο για αναδρομή, αλλά επιβάλλει βαθύ στοχασμό για το μέλλον.

Η επέτειος αυτή δηλαδή δεν αποτελεί αφορμή μνήμης: συνιστά σημείο μετάβασης από έναν αιώνα εμπειρίας σε έναν αιώνα ευθύνης.

Ας σκεφτούμε πως κατά τον αιώνα της ζωής της η Ακαδημία διέσχισε πολέμους, πολιτικές μεταβολές και βαθιές κοινωνικές ανακατατάξεις, διατηρώντας αδιάσπαστη τη θεσμική της συνέχεια και το κύρος της.

Η αξία της δεν εξαντλήθηκε στην παραγωγή γνώσης, αλλά εκφράστηκε ουσιαστικά στη διαφύλαξη της ποιότητας του δημόσιου λόγου και στην υπεράσπιση των πνευματικών κριτηρίων, όχι ως θεσμός επικαιρότητας, αλλά ως διαχρονικός θεσμός.


Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα που ανακύπτει δεν αφορά το παρελθόν της, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του δεύτερου αιώνα της, διασφαλίζοντας έτσι την ιστορική συνέχεια και παραμένοντας κέντρο αξιών σε συνεχή διάλογο με την κοινωνία.

Έτσι, η επέτειος δεν αποτελεί ιστορική καταγραφή, αλλά στιγμή αυτογνωσίας. Όταν ένας θεσμός συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής, οφείλει να αποτιμήσει νηφάλια το έργο του, να αναγνωρίσει με ειλικρίνεια τα όριά του, όσα δεν πέτυχε ή όσα απαιτούν ανανέωση, και να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του μέσα σε ένα ρευστό κοινωνικό, τεχνολογικό και οικονομικό περιβάλλον.

Επιμένω πως η ιστορική μνήμη λειτουργεί ως καθρέφτης: δεν στρέφεσαι στο παρελθόν για να παραμείνεις σε αυτό, αλλά για να αντλήσεις αρχές, αξίες και εμπειρία που θα σε καθοδηγήσουν με συνέπεια στις επιλογές σου, οπότε η εκατονταετηρίδα μετατρέπεται σε σημείο μετάβασης, σε ευκαιρία στρατηγικού σχεδιασμού και σε δήλωση ταυτότητας για τον 21ο αιώνα.

Η αναδρομή δεν είναι πράξη νοσταλγίας, αλλά το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται ενώπιόν μας: τι μάθαμε σε αυτά τα εκατό χρόνια και πώς αυτή η γνώση μάς δεσμεύει για τα επόμενα εκατό.


Τούτο γίνεται αναγκαίο προκειμένου να εξετάσουμε με νηφαλιότητα τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί διαμορφώνουν και ενισχύουν τη σταθερότητα και δυναμική της κοινωνίας, καθώς η εμπιστοσύνη προς αυτούς οικοδομείται σταδιακά, με συνέπεια, διαφάνεια και απολογισμό, πολύ περισσότερο δε, επειδή η εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς έχει κλονιστεί το τελευταίο διάστημα, έτσι ώστε ο ρόλος της Ακαδημίας να καθίσταται απολύτως επίκαιρος και περισσότερο αναγκαίος από ποτέ. Καλούμαστε, λοιπόν, να συμβάλουμε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αυτής, ως ακαδημαϊκοί, ως ερευνητές, ως εκπαιδευτικοί, ως δάσκαλοι, ως φορείς γνώσης αλλά και ως πολίτες, επαναφέροντας μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν θα έπρεπε να τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Ας αξιοποιήσουμε τη γνώση και τη δράση μας ώστε να αναστηλώσουμε την εμπιστοσύνη, υπενθυμίζοντας ότι αυτές δεν είναι προαιρετικά αγαθά, αλλά αέναες αξίες οικοδόμησης του παρόντος ως προϋπόθεσης του μέλλοντος, διότι η σταθερότητα δεν είναι αποτέλεσμα συγκυριακών ισορροπιών, αλλά καρπός θεσμικής ωριμότητας.

Οι θεσμοί δημιουργούν σταθερότητα διότι εγκαθιδρύουν κανόνες, διαδικασίες και πλαίσια λειτουργίας που υπερβαίνουν τα πρόσωπα και τις περιστάσεις. Δεν εξαρτώνται από τη βούληση ενός και μόνο ατόμου, αλλά εδράζονται σε μια συλλογικά αποδεκτή τάξη πραγμάτων, η οποία διασφαλίζει τη συνέχεια.

Ακριβώς όμως επειδή οι θεσμοί αποτελούν τον πυρήνα της σταθερότητας, η σημερινή κρίση θεσμών δεν μπορεί να ιδωθεί ως μονοδιάστατο φαινόμενο· προκύπτει από τη σύμπτωση πολιτικών, κοινωνικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών μεταβολών που δοκιμάζουν οικουμενικά πλαίσια νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης.

Η δοκιμασία αυτή δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με κατάρρευση· αποτελεί τουναντίον ένδειξη μετάβασης. Εκεί όπου η εμπιστοσύνη φθίνει, αναδύεται η ανάγκη επαναθεμελίωσης των θεσμών, διότι ακριβώς μέσω της θεσμικής λειτουργίας κατοχυρώνεται η νομιμότητα, ενισχύεται η εμπιστοσύνη, διασφαλίζεται η ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας, περιορίζεται η αυθαιρεσία και διαγράφεται ένας μακροπρόθεσμος ορίζοντας σχεδιασμού και αποτελέσματος.


Τα ποιοτικά στοιχεία της σοβούσας κρίσης είναι η διάχυση της πληροφορίας στην ψηφιακή εποχή, η οποία εντείνει την άμεση κριτική και υποκαθιστά τη νηφάλια, τεκμηριωμένη κρίση με στιγμιαίες εντυπώσεις.

Οι διευρυνόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες καλλιεργούν αίσθημα αποκλεισμού, ενώ η παγκοσμιοποίηση και η μετατόπιση ισχύος σε υπερεθνικά ή μη άμεσα νομιμοποιημένα κέντρα λήψης αποφάσεων ενισχύουν την αίσθηση απόστασης ανάμεσα στον πολίτη και τους θεσμούς.

Η κρίση αντιπροσώπευσης καθίσταται εμφανής, καθώς τα παραδοσιακά πολιτικά και θεσμικά σχήματα δυσκολεύονται να εκφράσουν σύνθετες, πολυφωνικές κοινωνίες, γεγονός που ευνοεί την άνοδο λαϊκιστικών ή αντισυστημικών τάσεων.

Σε όλα αυτά προστίθεται μια βαθύτερη πολιτισμική μετατόπιση: η μετάβαση από σταθερές συλλογικές ταυτότητες σε πιο ρευστά και ατομικιστικά πρότυπα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας καθίσταται σαφές ότι οι θεσμοί δεν μπορούν να εδράζονται στη βούληση του ενός, αλλά στη σύμπραξη των πολλών γύρω από κοινά αποδεκτές αρχές και αποδεκτούς κανόνες.

Σε αυτή την προοπτική θεσμικής ανανέωσης και ουσιαστικής εξωστρέφειας εντάσσεται και ο νέος Οργανισμός της Ακαδημίας, ο οποίος διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο ο θεσμός μπορεί να συμβάλει στον δημόσιο βίο.

Η συμβολή της Ακαδημίας είναι να διατυπώνει τεκμηριωμένες γνώμες για ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος που αφορούν την Πολιτεία και την κοινωνία, παρεμβαίνοντας στον δημόσιο διάλογο διά του Κανονισμού της. Τούτο έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή μέσα από θεσμική συνεργασία με τη Βουλή των Ελλήνων […]. Η συνεργασία αυτή δεν αποσκοπεί στην υποκατάσταση της πολιτικής κρίσης ή της δημοκρατικής διαδικασίας, ούτε αξιώνει ρόλο στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Αντιθέτως δημιουργεί σωρευτικό αποτέλεσμα. Με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται η εξωστρέφεια της ταυτότητας της Ακαδημίας. Είναι προφανές ότι η εξωστρέφεια αποτελεί στρατηγική επιλογή και ουσιαστικό μοχλό θεσμικής ενδυνάμωσης.

Με άλλα λόγια, η εξωστρέφεια:

  • είναι η γέφυρα που συνδέει τους θεσμούς με την κοινωνία, το διεθνές περιβάλλον και τις κοινότητες γνώσης,
  • είναι η ενεργή συμμετοχή στον παγκόσμιο διάλογο, η ανταλλαγή ιδεών και η μάθηση από διαφορετικούς πολιτισμούς και θεσμούς,
  • είναι η ψηφιακή ορατότητα που μετατρέπεται σε εργαλείο διαφάνειας και εμπιστοσύνης,
  • είναι η προσαρμοστικότητα και η ευαισθησία απέναντι σε κάθε κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα,
  • είναι η στρατηγική συνεργασία, που αναγνωρίζει ότι η επιτυχία απαιτεί δίκτυα, συνέργειες και ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με ηγέτες, οργανισμούς και κοινότητες σε διεθνές επίπεδο,
  • είναι η ικανότητα να συνδυάζεις όλα αυτά τα στοιχεία ταυτόχρονα, ώστε κάθε πρωτοβουλία να αφήνει μετρήσιμο, ουσιαστικό αποτύπωμα.

Κοντολογίς, η εξωστρέφεια της Ακαδημίας είναι η φυσική συνέχεια ενός μακρού δρόμου, που αναδεικνύει το κέντρο των αξιών της ως σταθερό και αδιάσπαστο.


Με αυτόν τον γνώμονα, η επετειακή χρονιά της Ακαδημίας ξεδιπλώνεται μέσα από μια ακολουθία δράσεων που θέτουν τη γνώση σε δημιουργικό διάλογο με τη δημόσια ζωή, αγγίζουν τον πολιτισμό και αντηχούν στις μνήμες που συνθέτουν τη συλλογική μας διαδρομή και ταυτότητα.

[…]

Συνεχίζοντας την ομιλία μου στην ίδια λογική, η Ακαδημία οριοθέτησε πέντε διακριτούς αλλά αλληλένδετους πυλώνες δράσης, τους οποίους αναφέρω συνοπτικά στη συνέχεια.

Ο πρώτος συνιστά ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης της ελληνικής κοινωνίας, εστιάζει στην ποιότητα των θεσμών, στη λογοδοσία, στην εμπιστοσύνη και στα ανθρώπινα δικαιώματα, λαμβάνοντας το κράτος δικαίου ως δεδομένο.

Ο δεύτερος πυλώνας, η παιδεία, ως μακροπρόθεσμη εθνική επένδυση, η οποία δεν περιορίζεται απλώς στη μετάδοση γνώσεων που στοχεύει στην κριτική σκέψη, τη φιλομάθεια και την επαναπρόσληψη των αξιών από τη νέα γενιά, αλλά συνδέει άμεσα την παιδεία με τον πυλώνα του δημογραφικού.

Συνεπώς, το δημογραφικό ζήτημα, ο τρίτος πυλώνας, αναδεικνύεται ως πρόκληση υπαρξιακών διαστάσεων, καθώς η συνεχής γήρανση και η μείωση του πληθυσμού έχουν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στην οικονομία, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και στη διαγενεακή ισορροπία. Χρειαζόμαστε έναν τεκμηριωμένο και νηφάλιο δημόσιο διάλογο για δημογραφικές τάσεις, για μακροπρόθεσμες και βιώσιμες λύσεις, για στήριξη της οικογένειας, αλλά και για ενσωμάτωση ουσιαστικού μεταναστευτικού δυναμικού με τρόπο που διασφαλίζει τα πολιτιστικά και κοινωνικά μας χαρακτηριστικά, ώστε η κοινωνία μας να παραμένει σταθερή, δίκαιη και ανανεώσιμη.

Ο τέταρτος πυλώνας, η κλιματική κρίση (δεν μιλάμε πλέον για «αλλαγή») και η πολυεπίπεδη πρόκληση που τη συνοδεύει —περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική—, καλεί σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις και πολιτικές ανθεκτικότητας, ξεκινώντας από την ορθολογική διαχείριση των οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων, αλλά και από το σχεδιασμό πόλεων ικανών να αντέξουν στις νέες συνθήκες. Η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι απλά μια αποσπασματική υποχρέωση. Τουναντίον, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ποιότητα ζωής και την ευημερία των ανθρώπων, καθιστώντας σαφές ότι η ενεργή διαφύλαξη και σωστή αξιοποίηση των οικοσυστημάτων της φύσης αποτελεί θεμέλιο για την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική σταθερότητα.

Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως εγκάρσιος άξονας, διαπερνώντας όλους τους προηγούμενους πυλώνες, από τον τρόπο διακυβέρνησης και την αγορά εργασίας, μέχρι το δημογραφικό και την προστασία του περιβάλλοντος, υπογραμμίζοντας ολοκληρωμένες, συστημικές και μακρόπνοες στρατηγικές. Προσφέρει πρόοδο, αλλά εγείρει ηθικά διλήμματα και θεσμικές προκλήσεις για το αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αξιοποιηθεί υπεύθυνα από το κράτος και την οικονομία, αν θα προστατευτούν έγκαιρα τα προσωπικά δεδομένα και τα δικαιώματα των πολιτών, αν το εργατικό δυναμικό προετοιμάζεται σωστά και, κυρίως, αν το εκπαιδευτικό σύστημα είναι έτοιμο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής. Η απάντηση απαιτεί συντονισμό, υπευθυνότητα και γνώση, ώστε η τεχνητή νοημοσύνη να αποτελέσει εργαλείο προόδου και κοινωνικής ευημερίας, χωρίς να υπονομεύονται οι θεσμοί, οι αξίες και τα δικαιώματα των ανθρώπων.


Με αυτούς τους πυλώνες, καθώς και γενικότερα με άλλες πρόσθετες εκδηλώσεις, η Ακαδημία Αθηνών εισέρχεται στη νέα εκατονταετία της για να επιβεβαιώσει τον ρόλο της ως θεσμός που όχι απλώς παρατηρεί, αλλά εμπνέει και κατευθύνει, λειτουργώντας με νηφάλια σκέψη και τεκμηρίωση, μακροπρόθεσμα, με ψυχραιμία και μετρημένη αποφασιστικότητα, προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα και αναδεικνύοντας τη σημασία του πολιτισμού και της γνώσης για την προώθηση της συνεργασίας, της υπευθυνότητας και της προόδου με ουσιαστικό αντίκτυπο για την κοινωνία, σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς.

Φτάνοντας στο τέλος της ομιλίας μου, επιτρέψτε μου να επιστρέψω στην αρχή, εκεί όπου ανέφερα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τη δέσμευσή του για την ίδρυση της Ελληνικής Ακαδημίας με το χαρακτηριστικό τηλεγράφημα: Organisez rapidement Académie.

Το rapidement δεν υπήρξε απλώς μια χρονική σύσταση· υπήρξε έκφραση πολιτικής διορατικότητας και συνείδησης ότι η γνώση, η θεσμική οργάνωση και το πνευματικό κύρος αποτελούν όρους διεθνούς παρουσίας και εθνικής αυτοπεποίθησης.

H ίδια προτροπή διατηρεί την επικαιρότητά της: η Ακαδημία Αθηνών οφείλει να παραμένει εξωστρεφής, ενεργή και παρούσα, ώστε η γνώση και το κύρος της να συμπορεύονται με τις ανάγκες της εποχής και να ενισχύουν τη θέση της χώρας στον διεθνή πνευματικό διάλογο.

Με βαθύ σεβασμό στο όραμα και την αποφασιστικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου, και αναλογιζόμενος τη σημασία της αποστολής που εκείνος ανέλαβε πριν από έναν αιώνα και την εμπιστοσύνη που έδειξε στη δύναμη της γνώσης και της ακαδημαϊκής θεσμικής δράσης, και με την ίδια ευθύνη και αίσθηση καθήκοντος, μιλώ εκ μέρους όλης της σημερινής ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως οι καιροί επιτάσσουν, επαναλαμβάνοντας το μήνυμα που εκείνος έστειλε:

Organisez rapidement une Académie ouverte et influente («Οργανώστε γρήγορα μια Ακαδημία ανοιχτή και επιδραστική»).

*Αποσπάσματα από την ομιλία που είχε εκφωνήσει ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, στην πανηγυρική συνεδρία για τον εορτασμό της επετείου συμπλήρωσης ενός αιώνα από την ίδρυση του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος της χώρας μας (η εκδήλωση είχε πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026). Ο τίτλος της ομιλίας του ήταν ο εξής: «Εκατό χρόνια Ακαδημίας: Από την Ιστορία στο Μέλλον. Ιστορική συνέχεια και κέντρο αξιών, σε διάλογο με την κοινωνία».

Όπως ανέφερε ο ίδιος ο πρόεδρος της Ακαδημίας στην πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του, η φράση Organisez rapidement Académie περιλαμβανόταν σε τηλεγράφημα που είχε στείλει το 1919 —κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων— ο Ελευθέριος Βενιζέλος στον τότε υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Δημήτριο Δίγκα, θέλοντας να υπογραμμίσει την ανάγκη να γίνει όσο το δυνατόν πιο σύντομα πραγματικότητα η ίδρυση Ελληνικής Ακαδημίας.

Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 1942.


Υπήρξε ο πρώτος Συνήγορος του Πολίτη στην Ελλάδα, από τον Οκτώβριο του 1998 έως τον Απρίλιο του 2003, όταν ανέλαβε καθήκοντα ως Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (2003-2013).

Το εκτενές συγγραφικό έργο του Διαμαντούρου αφορά κυρίως την πολιτική και την ιστορία της Νότιας, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας (εκδημοκρατισμός, διαδικασία συγκρότησης εθνών-κρατών, σχέση πολιτισμού και πολιτικής, θεσμός του Διαμεσολαβητή και αρχές της χρηστής διοικητικής πρακτικής).