Ο ελληνικός λαός, με την ψήφο του, δεν έστειλε για σύνταξη μόνο τη Δεξιά και τον Μητσοτάκη. Έβαλε οριστικά στη γωνία και τον Καίσαρα της συντηρητικής παράταξης. Το «Θεό» της Πολιτείας. Που πίστευε ότι, όπως ο Θεός, με δυο λέξεις —«γεννηθήτω φως»—, μπορούσε ν’ ανάβει τους προβολείς του ουρανού, έτσι κι αυτός, με δυο λέξεις επίσης —«απειλή κινδύνων»—, θα μπορούσε να γυρίσει τα ποτάμια πίσω.
Ο Θεός έχει πεθάνει, έλεγε ο Νίτσε. Αλλά εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, ο «Θεός» ζούσε. Και ήταν πανταχού παρών και παντοδύναμος, ως τις 9 Μαρτίου (σ.σ. του έτους 1985). Ζούσε και ως τις 31 Μαΐου, κι ας μην ήταν εκείνος «ος τα πάνθ’ ορά». Αλλά τη νύχτα της 31ης Μαΐου, τη νύχτα της Παρασκευής, αυτός ο «Θεός», ο ντόπιος, υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις του, θέλησε να ρίξει τον κύβο. Και αυτοκτόνησε.
Δεν ξέρω αν τον παρέσυραν τα παιδιά του σ’ αυτό το διάβημα — το απονενοημένο. Πιθανόν. Γιατί, ολόκληρη την προεκλογική περίοδο, με συνεχείς λιτανείες, γονυκλισίες και ευχέλαια, αυτά τα παιδιά, τα έρημα και τα απροστάτευτα, τον ικέτευαν για λίγο «μάνα» (σ.σ. μάννα). Σίγουρο, όμως, είναι ότι ο «Θεός», ρίχνοντας εξ ουρανού το «μάνα», δεν έκανε το χατίρι των παιδιών του μονάχα. Έβγαζε στο μεϊντάνι (σ.σ. αποκάλυπτε, εμφάνιζε δημοσίως) και το νταηλίκι του. Ένα περίεργο νταηλίκι, που πήγαινε χέρι χέρι με το χαρακτήρα του.
Ποιος δε θυμάται τις ράγες του τραμ που ξήλωσε, κάποιο πρωί, ο αρχηγός; Ποιος δε θυμάται τις βλαστήμιες στον Τσάτσο; Ποιος δε θυμάται τον εμπνευστή της βίας και νοθείας του ’61; Ποιος δε θυμάται τον οργισμένο Τριανταφυλλίδη μετά την ήττα στις εκλογές; Ποιος δε θυμάται τον σιωπηλό, αγέρωχο κι απρόσιτο «ηγέτη» στα χρόνια της τυραννίας; Ποιος δε θυμάται τον Πρόεδρο που από τη μια αποκεφάλιζε κι από την άλλη εκλιπαρούσε, για να συμπληρώσει τις 180 ψήφους; Ποιος δε θυμάται το Σύνταγμα με τις υπερεξουσίες; Ποιος δε θυμάται την παραίτηση από την Προεδρία, που τόσα προβλήματα δημιούργησε; Ποιος δε θυμάται τον «μη επιθυμούντα να συμπράττει» στις τωρινές πολιτικές εξελίξεις; Ποιος δε θυμάται τον «ευγενέστατο» τέως Πρόεδρο που ούτε καν σκέφτηκε να συγχαρεί τον Σαρτζετάκη;
Για ατόπημα, που τον λύπησε βαθιά, μίλησε ο Αντρέας. Χαρά στην ψυχραιμία του και τους καλούς του τρόπους. Αλλά και γεια στο στόμα του, για «τους κηδεμόνες, τους πάτρωνες και τους προστάτες, ξένους και ντόπιους». Και δυο φορές μπράβο σε κείνον που ’γραψε για «αυτόκλητους σωτήρες με ανακτορική νοοτροπία».
Πάνω απ’ όλα, όμως, μπράβο στον ελληνικό λαό. Που έδειξε, για μια φορά ακόμη, πως δεν ανέχεται Μεσσίες. Και ξέρει να τους περιποιείται καταλλήλως. Ώστε να μην μπορούν, πια, να βγάλουν ούτε «κιχ», μέσα από το «χρονοντούλαπο της ιστορίας», όπου τους κλειδώνει.
Για πάντα.
*Κείμενο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που έφερε τον τίτλο «Τους έστειλε για σύνταξη» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τρίτη 4 Ιουνίου 1985.
Δύο ημέρες νωρίτερα, την Κυριακή 2 Ιουνίου 1985, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου είχε επικρατήσει της ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις διεξαχθείσες εθνικές εκλογές με ποσοστό 45,82% έναντι 40,84%.
Τον Απρίλιο του 1990 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, έχοντας προηγουμένως επικρατήσει του Ανδρέα Παπανδρέου σε τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις (Ιούνιος 1989, Νοέμβριος 1989, Απρίλιος 1990), ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.
Το Μάιο του 1990 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξελέγη εκ νέου (δέκα χρόνια μετά την πρώτη εκλογή του, το 1980, στο ύπατο αξίωμα της Πολιτείας) Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (η δεύτερη αυτή θητεία του διήρκεσε μέχρι το 1995).
Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το Αρχείο του Ιδρύματος Ανδρέα Γ. Παπανδρέου.