Π. Τσίμας: Τελευταίο ερώτημα, γιατί συζητήθηκε πολύ και επανέρχεται στη συζήτηση γιατί ακριβώς το περιμένουμε να γίνει.

Ευ. Βενιζέλος: Στην εξωτερική πολιτική;

Π. Τσίμας: Ναι. Εννοώ αυτό το περίφημο σχέδιο νόμου που υποτίθεται ότι θα έρθει, θα έρθει, όχι υποτίθεται, βεβαιώνεται ότι θα έρθει, απλώς δεν ξέρουμε το περιεχόμενό του, αρχές Ιουνίου στην τουρκική εθνοσυνέλευση. Υπάρχει μία ανάγκη να καταλάβουμε, να ερμηνεύσουμε την κίνηση της άλλης πλευράς για να σκεφτούμε καλύτερα τους όρους της δικής μας αντίδρασης. Έχω ακούσει πολλές εκδοχές, και εσείς, την εκδοχή ότι είναι μία κίνηση της Τουρκίας, απάντηση σε αυτό το αίσθημα περικύκλωσης που της έχει δημιουργηθεί από τις κινήσεις που έχουν γίνει κυρίως στο μέτωπο Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ότι είναι μία κίνηση η οποία έχει προεκλογική στόχευση, γιατί πλησιάζουν οι εκλογές και ο Πρόεδρος Ερντογάν πρέπει να διατηρήσει τον θρησκευτικο-εθνικιστικό συνασπισμό του οποίου ηγείται. Έχω ακούσει την άποψη επίσης ότι αυτή είναι μία κίνηση η οποία γίνεται απλώς για να προετοιμάσει άλλο ένα καλοκαίρι έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ή, τέλος, την άποψη ότι επειδή και η Τουρκία αισθάνεται ότι είναι πιθανόν οι εξελίξεις οι διεθνείς στην περιοχή να φέρουν γρήγορα, υποχρεωτικά σχεδόν, μία μεγάλη διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, κάνει μία κίνηση στο εσωτερικό της δίκαιο, ώστε να κάτσει στο τραπέζι έχοντας και αυτό. Τι να πιστέψουμε;

Ευ. Βενιζέλος: Κάνατε λοιπόν μία πάρα πολύ ωραία κωδικοποίηση πιθανών λόγων για τους οποίους η Τουρκία ετοιμάζεται να ψηφίσει έναν εσωτερικό νόμο, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου δεν το ξέρουμε, αλλά πάντως σχετίζεται με το ζήτημα των οριοθετήσεων των θαλασσίων ζωνών και των διμερών και πολυμερών σχέσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, και εμείς το παρακολουθούμε αυτό. Εγώ δεν έχω την απαίτηση από την κυβέρνηση και τους χειριστές, τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών, τον υπουργό Αμύνης, να πουν δημόσια τι κάνουν, αλλά θεωρώ ότι κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουν. Σίγουρα ως χώρα δεν περιμένουμε παθητικά τις εξελίξεις, δεν περιμένουμε τη στιγμή που θα ψηφιστεί ο νόμος, θα δημοσιευτεί στην τουρκική εφημερίδα της κυβερνήσεως και θα τον διαβάσουμε. Άρα πρέπει να μετατρέψουμε αυτή τη συγκυρία, η οποία φαίνεται να είναι αρνητική, σχεδόν απειλητική, σε μία ευκαιρία. Καταρχάς πρέπει να κερδίσουμε το περιθώριο της συζήτησης και, δεύτερον, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μία συζήτηση. Ποιος λοιπόν θα κάνει την επαφή με την Τουρκία, λέγοντας ότι αντί να ψηφίσετε το νόμο, ελάτε να συζητήσουμε, να δούμε μήπως έχουμε περιθώριο να κινηθούμε στον δικό μας ρυθμό, χωρίς να αφήνουμε το δικαίωμα καθορισμού του ρυθμού σε οποιονδήποτε άλλον.

Θα μπορούσε να παρέμβει σε αυτή την περίπτωση κάποιος που βρίσκεται πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών και της administration; Θα μπορούσε, ας πούμε, να παρέμβει μία ευρωπαϊκή κυβέρνηση; Θα μπορούσε να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσμικά; Θα μπορούσε να παρέμβει το Ισραήλ, που είναι ένας σύμμαχος στον οποίο αποδίδουμε πάρα πολύ μεγάλη σημασία; Αυτό εννοούσα λέγοντας σε ποιον θα τηλεφωνήσει ο εκάστοτε έλληνας πρωθυπουργός. Το Ισραήλ δεν μπορεί να παρέμβει, έτσι δεν είναι; Θα έλεγα ότι και οι χώρες του Κόλπου που είναι κοντά μας δεν μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά. Θα μπορούσε να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεσμικά; Δύσκολο, και πάντως εάν προταθεί από την άλλη πλευρά μία διαδικασία διπλωματική, αυτή θα κριθεί με ευρωπαϊκά ας το πούμε έτσι κριτήρια και όχι με κριτήρια εθνικά, που εμείς είμαστε πάρα πολύ αυστηροί στο τι αποδεχόμαστε ως αντικείμενο συζήτησης και τι δεν αποδεχόμαστε. Θα μπορούσε μονομερώς κάποια κυβέρνηση; Η γαλλική κυβέρνηση;

Θα έλεγα ότι το απλούστερο είναι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση να επικοινωνήσει με την τουρκική στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και να πει ότι επειδή διαβάζουμε αυτά, μήπως είναι μία ευκαιρία να συζητήσουμε, να δούμε, αντί να επιβαρύνουμε τις σχέσεις μας, πώς μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα συζήτησης στο πλαίσιο που ήδη έχουμε διαμορφώσει, της Διακήρυξης των Αθηνών, των διερευνητικών γύρων, των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, του διεθνούς δικαίου, που το αποδέχεται η Τουρκία αναφερόμενη στο σώμα της νομολογίας των διεθνών δικαστηρίων για την οριοθέτηση, και εν πάση περιπτώσει χωρίς να αλλάζουμε τις θέσεις μας. Αλλά σας διαβεβαιώνουμε ότι εμείς δεν κάνουμε καμία κίνηση η οποία θίγει την ασφάλειά σας, διαβεβαιώστε μας και εσείς ότι δεν έχετε καμία πρόθεση να θίξετε την ασφάλειά μας και ελάτε να συζητήσουμε, αντί να περιμένουμε την κορύφωση της έντασης και τη λειτουργία μας ως επιμηθέων. Αυτό δεν το λέει κανείς στην Ελλάδα. Δηλαδή περιμένουμε να φτάσουμε την τρίτη ημέρα του συνεδρίου του Κύκλου, που είναι μία δεξαμενή σκέψης, για να το πούμε συζητώντας τώρα οι δυο μας. Καταλάβατε ποιο είναι το θέμα;


Απόσπασμα από την —ενδιαφέρουσα όπως πάντα— συζήτηση των Ευάγγελου Βενιζέλου και Παύλου Τσίμα, στο πλαίσιο του συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Η συνομιλία των δύο ανδρών, που έλαβε χώρα στις 20 Μαΐου 2026, αποτέλεσε την καταληκτική ενότητα του συνεδρίου, υπό τον τίτλο «Τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν;  – Μια συζήτηση για το μέλλον».

Διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές ένας άνθρωπος σκεπτόμενος, με ψύχραιμη και αφανάτιστη κρίση, δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί· να προβληματιστεί από το γεγονός ότι η «αιρετική» —είμαι σίγουρος ότι η ευρεία πλειονότητα των συμπατριωτών μας θα χρησιμοποιούσε εν προκειμένω άλλα επίθετα, διόλου εγκωμιαστικά— άποψη που εκθέτει ο Βενιζέλος, περί επαφής με την Τουρκία και αναλήψεως πρωτοβουλιών από δικής μας πλευράς, δεν μπορεί στην πραγματικότητα να διατυπωθεί και να ακουστεί πέρα από τα όρια ενός ομίλου σκέψης ή ενός κέντρου μελετών.

Εάν κάποιος από το λεγόμενο πολιτικό προσωπικό αποτολμήσει μια —έστω και λελογισμένη— διαφοροποίηση από την πάγια εθνική γραμμή, μια απόκλιση από τα ειωθότα σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά, θα βρεθεί, χωρίς μάλιστα προηγηθείσα «δίκη» ή απολογία, στο λάκκο των λεόντων. Τα ηχηρά λόγια περί ραγιαδισμού, ενδοτικότητας και εθνικής μειοδοσίας θα ακουστούν διαμιάς, αφρόνως και ασυγγνώστως βεβαίως, αλλά ποιος νοιάζεται γι’ αυτό…

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι και ο ίδιος ο Βενιζέλος, προσωπικότητα δυνατή, που αποδεδειγμένα διαθέτει το θάρρος της γνώμης, θα απέφευγε —για να το θέσω κομψά— τέτοιου είδους διατυπώσεις, εφόσον εξακολουθούσε να είναι ενεργός πολιτικός και όχι απλώς ενεργός πολίτης, όπως σήμερα.

Η μετατροπή της συγκυρίας σε ευκαιρία, για την οποία κάνει λόγο ο διαπρεπής συνταγματολόγος, ανέκαθεν αποτελούσε μια δυσεπίλυτη εξίσωση για τους έλληνες πολιτικούς, για την ελληνική διπλωματία, μολονότι είναι σαφές πως ο χρόνος δε δουλεύει υπέρ ημών, και στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό.

Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το παρελθόν.

Το Μάιο του 1992 (στις 22 του μηνός) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, τότε πρωθυπουργός της χώρας, απαντά με τον ακόλουθο τρόπο σε ερώτηση για το αν διαβλέπει κίνδυνο τουρκικών διεκδικήσεων στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο:

«Να λογικευόμαστε, κύριοι. Κοινά συμφέροντα υπάρχουν στο Αιγαίο. Το Αιγαίο δεν είναι ελληνική θάλασσα. Το έχουμε πει 100 φορές. Πρώτος ο κ. Καραμανλής το έχει πει. Είναι κατά κύριο λόγο ελληνική, αλλά δεν είναι μόνο ελληνική θάλασσα. Το Αιγαίο έχει και την άλλη ακτή. Κατά συνέπεια, είναι λογικό να υπάρχουν, και υπάρχουν, και τουρκικά συμφέροντα. Και όταν λέμε να οριοθετήσουμε την υφαλοκρηπίδα, τι εννοούμε; Ότι έχουν και οι Τούρκοι το δικό τους ποσοστό. Προς Θεού! Λίγη λογική χρειάζεται σ’ αυτόν τον τόπο».

Αδιαφορώντας για το περίφημο πολιτικό κόστος —το συνήθιζε, άλλωστε— ο Μητσοτάκης τολμά να εκφράσει δημοσίως αυτό που θεωρεί ορθό και σύμφωνο με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Την επομένη, Σάββατο 23 Μαΐου 1992, ο πρωτοσέλιδος τίτλος των «Νέων», μιας από τις μεγαλύτερες και πλέον ιστορικές εφημερίδες της χώρας μας, είναι ο εξής: «Παζάρι άνοιξε ο Μητσοτάκης – Με εξοργιστικές δηλώσεις για το Αιγαίο». Από κάτω ακριβώς διαβάζουμε:

«Παζάρι με τους Τούρκους για τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου άνοιξε ο κ. Μητσοτάκης, δηλώνοντας ότι το Αιγαίο δεν είναι ελληνική θάλασσα και ότι οι Τούρκοι έχουν δικαιώματα. Η Τουρκία άσκησε ήδη αυτά τα δικαιώματα με αρκετές παραβιάσεις στο Αιγαίο».