Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση στον κατώτατο μισθό κατά 40 ευρώ. Φαινομενικά αυτό είναι ένα καλό νέο για τους εργαζόμενους, μια που αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημά τους. Μόνον που στην πραγματικότητα αυτή τη στιγμή και στο σημερινό οικονομικό τοπίο δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αυτή η αύξηση λύνει πολλά προβλήματα.

Η ενίσχυση του κατώτατου μισθού είναι κατώτερη των περιστάσεων δεδομένου του κόστους ζωής σήμερα. Τυπικά, η αύξηση που ανακοίνωσε η κυβέρνηση είναι 4,54%, άρα είναι πάνω από τον πληθωρισμό που τον Φεβρουάριο έτρεχε με 2,7% σε σχέση με την περασμένη χρονιά.

Ωστόσο, μια ματιά στις ανατιμήσεις ανά κατηγορία αγαθών και υπηρεσιών αποδεικνύει ότι πλήττονται περισσότερο τα χαμηλόμισθα νοικοκυριά, που καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά είδη: 5,2% αύξηση στα είδη διατροφής και τα μη αλκοολούχα ποτά, 10,1% στην ένδυση και υπόδυση, 6,5% σε ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια. Ακόμη και η συγκράτηση των αυξήσεων στη στέγαση στο 2,6% προήλθε από τον συνδυασμό ανάμεσα στην αύξηση των ενοικίων και τον ηλεκτρισμό και τη μείωση των τιμών σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο θέρμανσης, μια τάση που δεν είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστεί.

Ούτως ή άλλως, αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι ο πληθωρισμός θα παραμένει στα σημερινά επίπεδα. Αντιθέτως, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν τόσο αυξάνονται οι οικονομικές επιπτώσεις, πρωτίστως η αύξηση της τιμής των καυσίμων, που με τη σειρά της μετακυλύεται στο σύνολο σχεδόν των προϊόντων και των υπηρεσιών. Ήδη οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν παγκοσμίως επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης και αύξηση του πληθωρισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι σαφές ότι οι όποιες αυξήσεις σύντομα θα εξανεμιστούν και το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο για τα πιο χαμηλόμισθα νοικοκυριά. Και εκεί δεν θα δώσουν απάντηση ούτε τα +40 ευρώ τον μήνα, ούτε τα αποσπασματικά και περιορισμένης κλίμακας μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση. Γιατί όπως και να το δούμε, άλλο πράγμα βενζίνη στα 2 ευρώ και άλλο βενζίνη στα 2,5 ευρώ.

Να το πούμε απλά τα νοικοκυριά είναι ήδη πολύ ευάλωτα απέναντι στην αύξηση του κόστους ζωής και οποιαδήποτε επιδείνωση, πόσο μάλλον ραγδαία, θα διαμορφώσει ένα κοινωνικό τοπίο πολύ διαφορετικό.

Σε όλα αυτά προστίθεται και κάτι συνολικότερο και βαθύτερο και αφορά τα ίδια τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά της χώρας. Η κυβέρνηση επιμένει ότι τα πράγματα πάνε καλά και ότι είμαστε σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Όμως, αυτό που δεν ομολογεί η κυβέρνηση είναι ότι η χώρα στην πραγματικότητα υποχωρεί σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και μάλιστα της περιφέρειας, που κάποτε θεωρούσαμε ότι ήταν αρκετά πιο πίσω από εμάς, όμως φάνηκε ότι κατάφεραν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος και σε ορισμένες περιπτώσεις να μας ξεπεράσουν.

Προφανώς, όλα αυτά έχουν να κάνουν με την καταστροφή που έφερε και η περίοδος της κρίσης, όμως αυτό δεν αναιρεί ότι 8 χρόνια σχεδόν μετά το τέλος των μνημονίων, η χώρα μας δεν έχει ανέβει αναπτυξιακή βαθμίδα. Επί της ουσίας έχει μια ανάπτυξη εντός της κατώτερης θέσης στην οποία βρέθηκε.

Αυτό φαίνεται και από έναν δείκτη που πρόσφατα έδωσε η Eurostat στη δημοσιότητα και αφορούσε προσωρινά στοιχεία για το κατά κεφαλή ΑΕΠ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Σε αυτόν τον δείκτη η χώρα μας είναι στην τελευταία θέση, μαζί με τη Βουλγαρία. Εάν πούμε ότι ο μέσος όρος στην ΕΕ27 είναι 100, η χώρα μας και η Βουλγαρία έχουν 68, όταν π.χ. η Ρουμανία έχει 78, η Πορτογαλία 81 και η Σλοβενία 91.

Αυτό σημαίνει ότι όχι ως προς τον ετήσιο ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης, αλλά ως προς την πραγματική ικανότητα παραγωγής νέου κοινωνικού πλούτου παραμένει χώρα μειωμένων προσδοκιών, που διαγκωνίζεται με άλλες χώρες αντίστοιχα μειωμένων προσδοκιών.

Αυτό συνδέεται άμεσα με το αναπτυξιακό μοντέλο που έχει προκρίνει η κυβέρνηση το οποίο δεν στηρίζεται τόσο σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά σε κλάδους όπως ο τουρισμός – ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι πολύ πιθανό να επηρεαστεί αρνητικά από τις πολεμικές εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή αλλά και τυχόν μεγάλης αύξησης τις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων εξαιτίας της αύξησης της τιμής του πετρελαίου – το real estate, o ευρύτερος χώρος των υπηρεσιών. Κλάδους που μπορεί να δημιουργούν εισοδήματα – κάτι που εξηγεί και γιατί η κυβέρνηση έχει μια σχετικά συμπαγή κοινωνική βάση – αλλά όχι αναπτυξιακή δυναμική. Ένα μοντέλο ανάπτυξης, που ακριβώς επειδή εξαρτάται από κλάδους που επηρεάζονται έντονα από συγκυριακές εξελίξεις και δεν πατάει πάνω σε ενδογενείς δυναμικές είναι πιθανό να δοκιμαστεί σκληρά από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις, πέραν των επιπτώσεων από τυχόν υφεσιακή στροφή της παγκόσμιας οικονομίας ως «παρενέργεια» των πολεμικών εξελίξεων στο Ιράν και της εκτίναξης της τιμής του πετρελαίου και άλλων προϊόντων.

Ακόμη χειρότερα, όπως έδειξε η ανεπαρκής μέχρι τώρα κυβερνητική αντίδραση στα προβλήματα που ήδη δημιουργούνται με τις ανατιμήσεις καυσίμων και άλλων προϊόντων, αυτή η κυβέρνηση δεν δείχνει και διατεθειμένη να πάρει πιο αποφασιστικά μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών, κάνοντας ακόμη πιο κοντινό το ενδεχόμενο οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών με πραγματικούς όρους να εξανεμιστούν. Κάτι που, εκτός όλων των άλλων, σημαίνει ότι ακόμη και αυτές οι αυξήσεις δεν πρόκειται να «γυρίσουν» το κοινωνικό κλίμα υπέρ της κυβέρνησης.