Ιωάννης Καποδίστριας: Η κολοκοτρωνέικη παροιμία, η νεοελληνική συμφεροντολογία
«Πρόσεξε μη στάξη η ουρά του ποντικού και βρωμίση το λάδι»
[…]
Είτε από χαρακτήρος είτε από εσκεμμένη απόφαση ο Καποδίστριας επέδειξε μια παροιμιώδη αφιλοκέρδεια και αφιλοχρηματία, καθ΄ όλη την διάρκεια της κυβερνήσεώς του. […]
Δημοκοπία! φώναξαν οι εχθροί του. Αλλά και αυτό αν ήταν πράγματι, παραμένει γεγονός ότι ο Καποδίστριας υπήρξε εν τη πράξει ο αφιλοκερδέστερος από όλους τους κατά καιρούς αρχηγούς του Έθνους. Όχ μόνο ουδεμίαν έλαβε ποτέ επιχορήγησιν από το Δημόσιον Ταμείον, μέχρι τέλους της διακυβερνήσεώς του, «αλλά και της ιδίας αυτού περιουσίας ουδαμώς εφείδετο, υποθηκεύσας και αυτά τα εν Κερκύρα οικογενειακά του κτήματα διά να προμηθευθή από την Μάλτα δύο φορτία τροφίμων διά την στερουμένην τοιούτων φρουράν του Ναυπλίου».
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 8.2.1959, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο Μέντελσων – Μπαρτόλντυ, ένας από τους δυσμενέστερους επικριτάς του Καποδίστρια, αναγκάζεται ωστόσο να αναγνωρίση ανεπιφύλακτα την παροιμιώδη αφιλοκέρδειά του. «Εγνώριζε ο Καποδίστριας», γράφει ο Γερμανός ιστορικός, «να κολακεύη λεπτότατα την κοινή γνώμην. Στο Ναύπλιο κατοικούσε έναν πενιχρόν οικίσκον, έχοντα σκοτεινήν αυλήν και ξύλινη σκάλα. Ουδεμία φρουρά εστέκετο προ του οικίσκου, ωσάν η αγάπη του λαού να ήταν η καλύτερη προστασία του Κυβερνήτη. Το κύριο κόσμημα του δωματίου που εχρησίμευε ως αίθουσα υποδοχής του ήταν ο ήλιος. Ένα κυκλικό ανάκλιντρο και ένα γραφείο ήσαν τα μόνα έπιπλά της. Γνωρίζων πόσο σπουδαίο ρόλο παίζει η εξωτερική εμφάνισις του Άρχοντος μιας χώρας, και ότι πολλές φορές προκαλεί μεγαλύτερο σεβασμό ένα κοινόν ένδυμα παρά οι στολές και τα παράσημα, ενεφανίζετο περιπατών στους δρόμους του Ναυπλίου ντυμένος ένα απλούστατο ζακέτο, και φέρων ως μοναδικό του στόλισμα το κυανόλευκο περιλαίμιο που του είχε κεντήσει η σύζυγος του Ελβετού φιλέλληνα και τραπεζίτη Εϋνάρδου […]».
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 8.2.1959, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Μονάχα μια φορά ενεφανίσθη με στολή — και τότε εξ ανάγκης. Ήταν κατά την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο. Ένα από τα πρώτα χωριά που επεσκέφθηκε ήταν ο Άη Γιώργης, κοντά στην Κόρινθο. Ο Καποδίστριας συνωδεύονταν από τον Κολοκοτρώνη, τον Γενικό Γραμματέα της Επικρατείας (πρωθυπουργό) Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο, τους δυο ιδιαιτέρους γραμματείς του και δυο νεαρούς «συντάκτες» του πολιτικού γραφείου του. Ένας απ΄ τους τελευταίους αυτούς ήταν ο αφηγούμενος το επεισόδιο Δραγούμης (σ.σ. ο Νικόλαος Δραγούμης, 1809-1879, μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών του Όθωνος, γραμματέας των Εθνοσυνελεύσεων Ερμιόνης και Τροιζήνας, συγγραφέας του έργου «Ιστορικαί Αναμνήσεις»). Προηγείτο της συνοδείας, ως οδηγός, ο περίφημος Καρδαράς, ο Ταχυδρόμος, δηλαδή ο εργολάβος των αλόγων του ταχυδρομείου. Φορούσε χρυσοκέντητη φέρμελη (σ.σ. ευζωνικό γιλέκο, χρυσοποίκιλτο ή κεντημένο με μεταξωτή κλωστή) και καβαλλίκευε «ίππον υψαύχενα» (σ.σ. άλογο αγέρωχο, περήφανο, επιβλητικό). Φάνταζε τόσο πολύ, ώστε η παρεξήγηση ήρθε μοιραία: «Οι συρρέοντες εις προϋπάντησιν του Κυβερνήτου, συνηθισμένοι εις τας πολυτελείς και πομπικάς παρατάξεις των πασάδων και τας χρυσοϋφάντους στολάς των τετυφωμένων (σ.σ. επηρμένων, αλαζόνων) καπιταναίων και κοτζαμπασίδων, ενόμισαν ότι ο κοκκινοφόρος ταχυδρόμος ήταν ο Κυβερνήτης. Και τότε όλος ο λαός άρχισε να προσκυνά τον Καρδαράν, πίπτων εις το έδαφος. Δεν έκραζον γεγωνυία τη φωνή (σ.σ. μεγαλοφώνως) Ζήτω!, αλλά κλαίοντες και σφραγιζόμενοι διά του σημείου του σταυρού, και κάμνοντες μετάνοιες και καίοντες λιβανωτόν, ευλογούσαν τον Θεόν, τον σώσαντα αυτούς από της δουλείας και της ολεθριωτέρας αναρχίας».
Η λαϊκή συγκίνησις έφερνε δάκρυα στους συνοδούς του Καποδίστρια, αλλά η παρεξήγησις προκαλούσε το γέλιο: «Τότε δε ο Κολοκοτρώνης, ιδών ότι οι λαοί προσεκύνουν τον ταχυδρόμον Καρδαράν, επλησίασε τον Καποδίστριαν και του είπε:
— Το πράμα, υπερεξοχώτατε, δεν πάει καλά. Πρέπει ο κόσμος να γνωρίση τον κυβερνήτη του.
— Και τι θέλεις να κάμω;
— Να βάλη η υπερεξοχότης σου την στολή σου.
Και ο Κυβερνήτης, πεζεύσας τότε εις μικράν και σκιεράν κοιλάδα, γδύθηκε, έβγαλε το σκούρο ζακέτο του και φόρεσε την στολήν του, η οποία όμως ήταν και αυτή πενιχροτέρα της στολής των δασονόμων της Οθωνικής αντιβασιλείας».
Και συνεχίζοντας ο Δραγούμης αφηγείται άλλο επεισόδιο, ακόμα χαρακτηριστικώτερο: «Όταν εμπήκε η συνοδεία στο χωριό Άη Γιώργης, ο Κυβερνήτης ρώτησε τον Κολοκοτρώνη:
— Πού θα καταλύσωμεν απόψε;
— Στου Δεσπότη.
— Πρέπει λοιπόν να φροντίσω να πληρωθούν όλα τα έξοδα.
— Ποια έξοδα;
— Της τροφής μας, της τροφής των αλόγων και καθεξής.
— Και ποιος πληρώνει, υπερεξοχώτατε, τέτοια έξοδα; Ο Δεσπότης μάλιστα είναι άνθρωπος που αγαπά την καλή βούκα (σ.σ. μπουκιά) και θάχη πολλά και διαλεκτά φαγητά να μας δώση.
Η απάντηση τούτη του Κολοκοτρώνη άναψε τον Καποδίστρια.
— Δεν τα πληρώνετε εσείς, φώναξε με οργή, και για τούτο παραπονείται εξ αιτίας σας ο λαός.
— Και τι έχει να κάμη, υπερεξοχώτατε, ο λαός με τα φαγιά του Δεσπότη;
— Τι έχει να κάμη! έμπηξε φωνή ο Κυβερνήτης και κύτταξε βλοσυρά τον Κολοκοτρώνη. Μόλις φύγουμε αύριο, θα χαρατσώσουν τους χωρικούς για τα έξοδα του Κυβερνήτη, και μάλιστα θα τους βάλουν να πληρώσουν τα διπλά. Έτσι είσαστε συνηθισμένοι εσείς!
— Ξέρεις πώς το πάει η υπερεξοχότης σου; είπε γελώντας ο Κολοκοτρώνης. Μια φορά έπεσε ένας ποντικός σ’ ένα πιθάρι λάδι κι’ επνίγηκε. Ο νοικοκύρης τον βρήκε μετά δυο ημέρες, και την στιγμή που τον έβγαζε απ’ το πιθάρι, άρχισε η γυναίκα του να του φωνάζη: Πρόσεξε μη στάξη η ουρά του και βρωμίση το λάδι.
— Δεν εννοώ τι σχέση έχει ο μύθος σου με τα έξοδα του Δεσπότη.
— Μεγάλη, υπερεξοχώτατε. Γιατί είτε πληρώσωμε είτε μη, ο Δεσπότης θα συνάξη από τους χωρικούς τα γρόσια. Τα δικά μας τα έξοδα είναι το λάδι της ουράς του ποντικού!
Και εσιώπησε μεν ο Κυβερνήτης, την δε επιούσαν επλήρωσε μέχρι λεπτού τα δαπανηθέντα».
Η ουρά όμως του ποντικού της κολοκοτρωνέικης παροιμίας δεν ήταν για τον Καποδίστρια τόσο αμελητέα υπόθεσις όσο την εννοούσε ο Γέρος του Μωρηά. Αντίθετα, θα της απέδιδε τεραστία σημασία. Θα την μετέβαλλε σε δόγμα της πολιτικής της φειδούς, την οποίαν θα προσεπάθει να εφαρμόση καθ’ όλην την διακυβέρνησίν του. Διότι από εδώ και πέρα θα αγωνίζονταν να πείση «τους περί αυτόν πεπωρωμένους (σ.σ. ασυνείδητους, ηθικά αναίσθητους) αμαρτωλούς ότι το κράτος δεν είχε προορισμόν να θεραπεύη τας ιδιωτικάς των ορέξεις». Και εις την δεινή αυτή πάλη του θα ηττάτο τελικώς από τον δαίμονα της νεοελληνικής συμφεροντολογίας.
*Κείμενο του διαπρεπούς δημοσιογράφου, ιστορικού ερευνητή και θεατρικού συγγραφέα Γεωργίου Ρούσσου (1910-1984), που έφερε τον τίτλο «Απέριττος και ασκητικός μέσα στην τόσην δυστυχίαν» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 1959.
Ο Γεώργιος Ρούσσος
Το εν λόγω κείμενο ανήκε σε σειρά άρθρων (ιστορική αναδρομή) του Ρούσσου που ήταν αφιερωμένα στον Ιωάννη Καποδίστρια, τον πρώτο κυβερνήτη του νεότερου ελληνικού κράτους.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με αφορμή την προβολή της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας», η οποία έχει αναδειχθεί —παρά τα ενίοτε σφοδρά πυρά κατά του σκηνοθέτη— σε μια από τις πλέον επιτυχημένες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών από εισπρακτικής απόψεως και έχει πέραν πάσης αμφιβολίας αναθερμάνει το ενδιαφέρον για τον Καποδίστρια τόσο ως πολιτικό όσο και ως άνθρωπο.
- Νάταλι Πόρτμαν στο Sundance: Καταγγέλλει τη βία της ICE και τους αποκλεισμούς σε βάρος των γυναικών
- Ολυμπιακός: Οι οδηγίες της ΠΑΕ στους οπαδούς για το Άμστερνταμ – Έτσι θα εισέλθουν στο γήπεδο του Άγιαξ
- Ιράν: Το αεροπλανοφόρο «Λίνκολν» σε απόσταση βολής – Η Τεχεράνη προειδοποιεί για «επώδυνη απάντηση»
- ΟΣΕΤΕΕ: Μαύρη μερα για την Ελλάδα το εργατικό δυστύχημα στα Τρίκαλα – Ανθρωπιστική κρίση στους χώρους δουλειάς
- Τραγωδία στην Κύπρο: Πέθανε 4χρονο κοριτσάκι από γρίπη Α
- Μελίσσια: Καθίζηση οδοστρώματος λόγω σοβαρής βλάβης σε αγωγό της ΕΥΔΑΠ – Κλειστή η λεωφόρος Δημοκρατίας





