Πρόκειται για άλλη μια «TACO» κωλοτούμπα (Trump Always Chickens Out, «Ο Τραμπ πάντα κιοτεύει») μπροστά στην αρνητική αντίδραση των αγορών, όπως κατηγορούν τον Αμερικανό πρόεδρο επικριτές και αντίπαλοί του;

Μήπως αντίθετα οι απειλές του δεν ήταν παρά μέρος της αδυσώπητης διαπραγματευτικής τακτικής του, τύπου «The Art of the Deal», όπως λένε οι υποστηρικτές του;

Ή απλά -και δυσοίωνα- είναι μια αναδίπλωση μέχρι νεοτέρας;

Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ακόμη αίνιγμα στο θέμα της Γροιλανδίας.

Και όχι μόνο σε αυτό…

Προσώρας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαίρει το υπό διαπραγμάτευση «πλαίσιο μιας μελλοντικής συμφωνίας», «σε σχέση τη Γροιλανδία» -το δανικής κτήσης, γεωστρατηγικής θέσης και πλούσιο σε κρίσιμους ορυκτούς πόρους αρκτικό νησί- «και, στην πραγματικότητα, ολόκληρη την περιοχή της Αρκτικής».

Είναι, είπε, προϊόν της «πολύ παραγωγικής» συνάντησής του με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, στο Νταβός.

Επί της ουσίας, δεν έχει ακόμη γίνει τίποτα επίσημα γνωστό για το περιεχόμενο ή το προφανώς οργιώδες παρασκήνιο πίσω από αυτό το θολό «πλαίσιο».

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι, στο Νταβός, ο Τραμπ είπε -κόντρα στα μέχρι πρότινος λεγόμενά του- ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιδιώξουν (σε αυτή τη φάση τουλάχιστον) να αποκτήσουν τη Γροιλανδία μέσω στρατιωτικής εισβολής, εξαγοράς ή εκβιασμού με πρόσθετους δασμούς κατά όσων ευρωπαϊκών χωρών έστειλαν μερικές δεκάδες αξιωματικούς και στρατεύματα στην παγωμένη Γροιλανδία για «ασκήσεις», κατόπιν πρόσκλησης της Δανίας.

Προδικάζοντας την εξέλιξη μιας ανοικτής διαπραγμάτευσης (με τι δεδομένα, άραγε;), ο Αμερικανός πρόεδρος πανηγυρίζει ότι «παίρνουμε ό,τι θέλουμε χωρίς κόστος».

«Ουσιαστικά πρόκειται για πλήρη πρόσβαση» στη Γροιλανδία, «χωρίς τέλος, χωρίς χρονικό όριο», λέει απευθυνόμενος στο προεκλογικό εσωτερικό σκηνικό των ΗΠΑ, εν μέσω ορυμαγδού δημοσιευμάτων, διαρροών και σεναρίων για τις πιθανές παραχωρήσεις.

Από το μελλοντικό καθεστώς της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Γροιλανδία και τα δικαιώματα εξόρυξης, έως τη συμβολή των Ευρωπαίων στον αμερικανικό αντιπυραυλικό «Χρυσό Θόλο» και την ενίσχυση της ασφάλειας της Αρκτικής από το ΝΑΤΟ.

Τα αναπάντητα ερωτήματα είναι πολλά και απαιτούν τώρα σαφήνεια.

Αντικαθίσταται η οικονομική πίεση με στρατηγική μόχλευση;

Τι θα συμβεί εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρήσει ότι δεν εξασφαλίζει όλα όσα εν προκειμένω θέλει;

Έχει λάβει ήδη σχετικές διαβεβαιώσεις; Και εάν ναι, από ποιους ακριβώς, με ποια δικαιοδοσία και μέσα από ποια «κανάλια»;

Τι ακριβώς περιλαμβάνεται στο «πλαίσιο συμφωνίας»;

Πώς θα επηρεάσει το δικαίωμα των Γροιλανδών στην αυτοδιάθεση;

Μπορεί η ασφάλεια της Αρκτικής να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης χωρίς την άμεση συναίνεση του λαού της ημιαυτόνομης Γροιλανδίας;

Ή τελικά το νησί τους -συνιστώσα του Βασιλείου της Δανίας, με ταραγμένες σχέσεις με την Κοπεγχάγη και αυξανόμενες τάσεις ανεξαρτητοποίησης- μετατρέπεται σε de facto αμερικανικό προτεκτοράτο;

Τι προηγούμενο δημιουργεί αυτό για τα μικρά κράτη και έθνη, που υφίστανται πιέσεις από υπερδυνάμεις;

Και σε τι κατάσταση αφήνει τελικά αυτό το σοκ το ΝΑΤΟ;

Μπορεί να εξισορροπήσει την ενότητα με τον άκρατο αναθεωρητισμό του πιο ισχυρού μέλους του;

Σε αυτή τη φάση, οι ηγέτες της ΕΕ παίρνουν μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης για την αποφυγή (εκ νέου) ενός εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ.

Ή ακόμη χειρότερα μιας ενδονατοϊκής αντιπαράθεσης, που θα σήμανε το τέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας ως έχει, κάνοντας τις ηγεσίες της Ρωσίας και της Κίνας να ανοίγουν σαμπάνιες για τον πλήρη διχασμό της Δύσης.

Όψιμα οι «27» τώρα μιλούν (σχεδόν) ομόθυμα για στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, ενώ στην πράξη γνωρίζουν ότι αυτή αργεί.

Πολλώ μάλλον όταν οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας στο ουκρανικό θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ για τον τερματισμό της πιο καταστροφικής σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο δημόσιος «εξάψαλμος» του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τους Ευρωπαίους από βήματος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ

στο Νταβός -μετά τη συνάντησή του εκεί με τον Τραμπ και ένα 24ωρο πριν από τις τριμερείς συνομιλίες Ουκρανίας, Ρωσίας, ΗΠΑ στο Άμπου Ντάμπι- μαρτυρά ίσως πολλά.

Όμως ακόμη πιο πολλά και σημαντικά είχε να πει στην ιστορική πια ομιλία του στο Νταβός ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, σκιαγραφώντας την υπό διαμόρφωση νέα διεθνή κατάσταση πραγμάτων επικαλούμενος τον Θουκυδίδη περί επιβολής του ισχυρού «όσο του επιτρέπει η δύναμη του» και υποχώρηση του αδύναμου «όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του».

Αλλά στη Δύση, τόνισε, ήδη «γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής.

»Ότι ο ισχυρότερος θα εξαιρούνταν όταν του ήταν βολικό. Ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα.

»Ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με ποικίλη αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορουμένου ή του θύματος».

«Συμμετείχαμε» και «σε μεγάλο βαθμό αποφύγαμε να επισημάνουμε τα κενά μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας».

«Αυτή η συνθήκη δεν ισχύει πλέον».

«Βρισκόμαστε εν μέσω μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης».

«Και το ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν θα προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα -πρέπει.

»Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούμε απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο».

«Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, γιατί αν δεν είμαστε στο τραπέζι, είμαστε στο μενού».

«Ξέρουμε ότι η παλιά τάξη πραγμάτων δεν επιστρέφει. Δεν πρέπει να την θρηνούμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική».

«Αυτή η ρήξη απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή προσαρμογή. Απαιτεί ειλικρίνεια για τον κόσμο όπως είναι».

Το πώς θα έχει διαμορφωθεί αυτός μέχρι το τέλος της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ακόμη άγνωστο.

Το μόνο σίγουρο ότι θα είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που είναι τώρα.