Σταντάλ: To ανεκτίμητον χάρισμα της ζωτικότητος
Ο μέγας διδάσκαλος του γαλλικού μυθιστορήματος
Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρούνται εφέτος από του χρόνου της γεννήσεως του μεγίστου των Γάλλων μυθιστοριογράφων Ερρίκου Μπέυλ, του γνωστού κυρίως υπό το καλλιτεχνικόν του όνομα: Σταντάλ. Ο Σταντάλ κατατάσσεται εις την ιστορίαν της παγκοσμίου λογοτεχνίας με τα έργα του «Το κόκκινο και το μαύρο», «Η Σαρτρέζ της Πάρμας» (σ.σ. «Το μοναστήρι της Πάρμας»), «Λουκιανός Λόυβεν» (σ.σ. «Λυσιέν Λεβέν») κ.λπ. κ.λπ. ως ο μέγας διδάσκαλος του γαλλικού μυθιστορήματος, το ψυχολογικόν δε δοκίμιόν του «Περί του έρωτος» θα παραμείνη μία των αθανάτων ψυχολογικών μελετών επί του αιωνίου αυτού θέματος.
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 30.1.1933, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Ό,τι και αν είχα διαβάση μέχρι τώρα περί του έρωτος ή με έκανε να ανιώ φοβερά ή μου εφάνη ανόητον και περιττόν. Κατά την νεότητά μου ο έρως ήτο δι’ εμέ κάτι τι τόσον υψηλόν και ταυτοχρόνως τόσον ταπεινόν, ώστε και τα πλέον περίφημα και σοφά λόγια που είχαν γραφή περί αυτού μού εφαίνοντο αδύνατα, χλωμά και όχι όσον θα έπρεπε τρυφερά. Ο Σταντάλ μόνος μου έδωσεν εκείνο το οποίον εχρειαζόμην, το οποίον ευρήκα ανάλογον του ασυλλήπτου αυτού θέματος. Η ασυνήθης τρυφερότης του χαρακτήρος της κυρίας ντυ Σατελλέρ, της ηρωίδος του «Λουκιανού Λόυβεν», η βαθυτάτη αρχοντιά των άλλων ηρώων, ο τρόπος εκείνος ο μοναδικός του Σταντάλ να περιγράφη πώς μία κλίσις εντείνεται σιγά-σιγά μέσα σε μίαν απροσδιόριστη σιωπή και πώς σιγά-σιγά καθίσταται πανίσχυρος αγάπη, αυτά όλα με παρεκίνησαν τελευταίως να ξαναδιαβάσω τον Σταντάλ. Διαβάζοντάς τον κατελήφθην από μίαν έκπληξιν ταυτοχρόνως και οργήν, θα έλεγα. Διότι η απαράμιλλος τέχνη του ποιητού με έκαμε να αγαπήσω τόσον τας σχετικάς γνώμας του και να παραδεχθώ τόσον την διατύπωσίν των, ώστε να ξεχάσω εντελώς τας ιδικάς μου ιδέας, να τας συγχίσω με εκείνας που μου επέβαλλεν ο ποιητής και έπειτα να μην ηξεύρω πλέον τι ήτο ιδικόν του και τι ιδικόν μου. Ο «Λουκιανός Λόυβεν», το αριστοτέχνημα αυτό του ποιητού, με έκαμε να χάσω κυριολεκτικώς τον εαυτόν μου!
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 30.1.1933, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο Σταντάλ οφείλει μίαν μεγάλην χάριν εις τον αιώνα που τον εγέννησε: το ανεκτίμητον χάρισμα της ζωτικότητος. Έτσι έγινεν ο μεγαλείτερος διώκτης της ανίας και της ψεύτικης ανωτερότητος των κουρασμένων της ζωής. Κλασικοί και ρωμαντικοί, μεταξύ των οποίων εκινείτο, ούτως ειπείν, πνευματικώς, και αι δύο παρατάξεις εκέντριζαν την επιθετικότητά του.
Κρίμα που δεν ημπορούσε τότε να ίδη το μέλλον, την εξέλιξιν της εποχής των. Θα έβλεπε πως τα φαινομενικώς πλέον ασήμαντα γνωμικά του απέκτησαν κύρος φιλοσοφικών, κοσμοθεωρητικών αρχών, πως αι προχειρότεραι σκέψεις του εξειλίχθησαν εις θεωρίας, ολόκληρα θεωρητικά συστήματα. Τα θέματά του δε, ο έρως, η ενέργεια, ο Ναπολέων και η ευτυχία, έγιναν αφορμή συγγραφής εκατοντάδων ερμηνευτικών έργων. Η επιστήμη και η φιλοσοφία ενησχολήθησαν με τον Σταντάλ, γύρω δε από το όνομά του και το έργον του καθιερώθη κάποιος βαθύτατα θρησκευτικός ειδωλολατρισμός, αφελής και μυστικιστικός. Και η πλέον αλλόκοτη παραξενιά του έγινεν υπόδειγμα που προσείλκυσε τόσους και τόσους μιμητάς. Τούτο δε χαρακτηρίζει επακριβώς το μεγαλείον του: εμιμήθησαν όχι μόνον τας κλίσεις και ιδιότητάς του, εμιμήθησαν ακόμη τας αντιθέσεις του, εκείνο το οποίον επολέμησεν. Η δόξα είνε κάτι τι το ακατανόητον, το αψηφούν κάθε κανόνα. Η δόξα έχει κάτι τι το μυστικοπαθές, και αυτή ακόμη η δόξα των αρνητών του Θεού.
Παρ’ όλον το μεγαλείον του δε, ο Σταντάλ ηγάπησε την δόξαν. Μέσα εις το αίμα του έρρεεν η πλέον αγνή ματαιοδοξία του λογοτέχνου. Ήθελεν, επιθυμούσε διακαώς να μείνη ζωντανός εις τους αιώνας των αιώνων, να μην παύσουν ποτέ να διαβάζουν τα έργα του. Πλάι εις το συναίσθημα που εκυριαρχούσε μέσα του, να είνε αληθινός, να μην υπολογίζη κανέναν και τίποτε, να πληγώνη και να προσβάλλη, αδιακρίτως του αποτελέσματος που θα είχε δι’ αυτόν η στάσις του αυτή, πλάι εις αυτό το συναίσθημα εκυριαρχούσεν ένα άλλο: η επιθυμία, η ανάγκη να αρέση!
Ήταν ιδεολόγος, κατά τον ιδικόν του τρόπον, αγαπούσε τον κανόνα και το δόγμα. Διετύπωνε και καθώριζε, δι’ ιδίαν χρήσιν, αξιώματα συμπεριφοράς και αισθητικής. Εκείνο όμως που φανερώνει τον Σταντάλ περισσότερον από κάθε τι άλλο, εκείνο που προσελκύει ή απωθεί —αναλόγως!— τα πνεύματα είνε ο «τόνος», ο χρωματισμός, ο ρυθμός του Σταντάλ, ο προσωπικώτατος τόνος, που γνωρίζει η παγκόσμιος λογοτεχνία. Είνε δε τόσον χαρακτηριστικός ο τόνος αυτός διά τον Σταντάλ, ώστε αυτός και μόνος παρουσιάζει μπροστά μας ολοζώντανον τον ποιητήν, και είνε, διά την αντίληψιν τουλάχιστον των οπαδών του Σταντάλ, δικαιολογία αρκετή διά τόσα και τόσα αδικαιολόγητα σ’ έναν άλλον: για κάποιαν αμέλεια, θεληματικήν αμέλεια, για την περιφρόνησιν των τυπικών απαιτήσεων του ύφους, για διαφόρους… δανεισμούς, για κάποιες λογοκλοπίες. Αχ, σε κάθε ανόμημα, η ιδιαιτέρα φροντίς του παρανομήσαντος είνε να φανή εκείνος περισσότερον ενδιαφέρων από τα θύματά του. Τι μας μέλει για τα θύματα του Σταντάλ; Επήρε τα πενιχρά τους αγαθά, το πτωχόν τους κτήμα, και το μετέτρεψε, το επεξειργάσθη σε έργα νέα, σε έργα που διαβάζονται, γιατί τα διαπνέει ο τόνος ο δικός του!
Και πόθεν προέρχεται ο τόνος αυτός; Νομίζω ότι το είπα ήδη. Από την τάσιν του ποιητού να είνε ζωτικός, να παραμείνη ζωντανός με κάθε τρόπο και αψηφώντας κάθε κίνδυνο· να γράφη όπως θα ωμιλούσεν ένας άνθρωπος που έχει πνεύμα, με ακατανοήτους υπαινιγμούς, με παραφοράς, με διακοπήν έστω του λογικού ειρμού και με πολυλογίες ακόμη που ξεφεύγουν από το θέμα· να γράφη όπως θα ωμιλούσε στον εαυτόν του, μονολογώντας μάλιστα μερικές φορές εντελώς απροκάλυπτα· να αποφεύγη θεληματικά το ποιητικόν ύφος και να το δείχνη ότι το αποφεύγει· να εξοβελίζη κάθε πρότασι που ρυθμός και έκτασις την κάμνουν να εμφανίζεται περισσότερον από ό,τι πρέπει ωραία, ή που μας ενθυμίζει τον φουσκωμένον εκείνον τρόπον τού συγγράφειν, τον οποίον ο Σταντάλ τόσον απηχθάνετο και διεκωμώδησε, διότι τον εθεωρούσεν αφύσικον, πόζαν, ιδιοτελή οπισθοβουλίαν.
Ο Ανρί Μπέυλ είνε, κατά την γνώμην μου, πολύ περισσότερον παρά ένας εκπρόσωπος του πνεύματος, ένας συγγραφεύς, ένας μόνον λογοτέχνης. Είνε αποκλειστικά ο μοναδικός Ανρί Μπέυλ.
Και είνε αδύνατον να εύρη κανείς τέλος με τον Σταντάλ. Δεν ξεύρω άλλο εγκώμιον που θα ήτο μεγαλείτερον από αυτό.
*Κείμενο του γάλλου λογοτέχνη (ποιητή, δοκιμιογράφου και κριτικού), στοχαστή και ακαδημαϊκού Πωλ Βαλερύ (Paul Valéry, 1871-1945), που κοσμούσε το πρωτοσέλιδο του «Ελευθέρου Βήματος» της 30ής Ιανουαρίου 1933. Ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Ανρί Μπέυλ (Μπέιλ), του περίφημου μυθιστοριογράφου Σταντάλ (Stendhal), με αφορμή τη συμπλήρωση ενάμιση αιώνα από τη γέννησή του.
Ο Πωλ Βαλερύ
Ο Σταντάλ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανρί Μπέιλ), ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, γεννήθηκε στην Γκρενόμπλ στις 23 Ιανουαρίου 1783 και απεβίωσε στο Παρίσι στις 23 Μαρτίου 1842.
Κατά κοινή ομολογία, τα μυθιστορήματά του Το κόκκινο και το μαύρο (1830) και Το μοναστήρι της Πάρμας (1839) συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
- Ουκρανία: ΗΠΑ-Ρωσία-Ουκρανία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων – Στόχος η εξεύρεση «πολιτικών λύσεων»
- Οι γυναίκες τρελαίνονται με το gay, τηλεοπτικό ρομάντζο «Heated Rivalry» – Τι σημαίνει αυτό για τους άνδρες;
- Εθνική Ανδρών πόλο: Πότε είναι ο μικρός τελικός για το χάλκινο μετάλλιο
- Ρόδος: Τι υποστήριζε ο 49χρονος για τον θάνατο του ξενοδόχου – Είχε σκηνοθετήσει τη δολοφονία να δείχνει τροχαίο
- Τροχαία: Πότε θα σταλούν οι πρώτες κλήσεις από τις «έξυπνες» κάμερες σε κεντρικές λεωφόρους της Αττικής
- Κραν Μοντανά: Νέο βίντεο ντοκουμέντο από τα πρώτα λεπτά της φονικής πυρκαγιάς
