Συμπαρίσταμαι στον Πέτρο Τατσόπουλο. Η σύλληψή του ανήκουστη, εξωφρενική. Και αν στηρίχτηκε σε κάποιον εντελώς παρωχημένο νόμο, οφείλει η πολιτεία να τον καταργήσει αυθωρεί, ώστε κανείς πολίτης να μη στερείται την ελευθερία του επειδή διατυπώνει – όσο έντονα, όσο βιτριολικά – τις απόψεις του.

Από την άλλη, να σας πω την αμαρτία μου; Τον ζηλεύω. Ποιος συγγραφέας δεν θα λαχταρούσε να μπαγλαρωθεί για λίγο, να του φορέσουν χειροπέδες – του φόρεσαν άραγε; -, να τον κατεβάσουν σε ανήλιαγο κρατητήριο, να αλλάξει πέντε κουβέντες, δέκα βλέμματα με τους τακτικούς θαμώνες, φτωχοδιάβολους, παράνομους μετανάστες, ναρκομανείς και διαρρήκτες, κοπέλες ίσως του πεζοδρομίου; Μπορεί μια τέτοια εμπειρία να τροφοδοτήσει τρία τουλάχιστον διηγήματα, αν όχι και μία νουβέλα…

Συμπαρίσταμαι στον Τατσόπουλο. Και ας μην κατανοώ το αντικληρικό του μένος που έχει γίνει βαθμηδόν αντιθρησκευτικό. Παρά εάν υποθέσω ότι όπως ο Στάλιν φοίτησε σε ιεροδιδασκαλείο και εκεί σιχάθηκε ράσα, ευαγγέλια και λιβάνια, έτσι και ο Πέτρος που τον έντυναν ως παιδί παπαδάκι, πληγώθηκε ψυχικά και κουβαλάει το τραύμα του ισόβια. Το περιβάλλον, εδώ που τα λέμε, των κατηχητικών – πόσω δε μάλλον των εκκλησιαστικών οικοτροφείων – στους αντίποδες βρίσκεται της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης. Οσοι τα έχουν ζήσει, μεταφέρουν πολύ σκληρές, μέχρι και ανατριχιαστικές εικόνες.

Το να απορρίπτεις ωστόσο σκαιά το θρησκευτικό συναίσθημα; Το να αντιμετωπίζεις τους πιστούς συλλήβδην σαν εξαπατημένους αφελείς, σχεδόν σαν κορόιδα;

Δες κάποιον βαριά άρρωστο. Εναν άνθρωπο που έχει καθηλωθεί στο στρώμα, παλεύει με τη νόσο και με τις επιπλοκές της, πειθαρχεί στις οδηγίες των γιατρών, έχει συνάμα μια εικονίτσα, την κοιτάει και ζητάει βοήθεια, δύναμη έστω για να αντέξει. Τι θα του πεις; Οτι αποτελούν οι προσευχές του παραληρηματικούς μονολόγους διότι επιστήμονες και στοχαστές έχουν, με ευφυέστατους συλλογισμούς, αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός; «Εγώ Τον νιώθω…» θα σου απαντήσει. Και τότε εσύ -ακόμα και αν έχεις βρεθεί σε ανάλογη θέση και έχεις σηκώσει ανδρεία την υπαρξιακή σου μοναξιά – οφείλεις να υποκλιθείς με σεβασμό εμπρός του και να σιωπήσεις.

Δες μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της. Και πηγαίνει στο μνήμα και του ανάβει το καντήλι και αναπέμπει δεήσεις για την ψυχή του… Θα την κοιτάξεις αφ’ υψηλού; Θα την πληροφορήσεις ότι αυταπατάται; Ή θα κατανοήσεις πως και η ελάχιστη παρηγοριά είναι για τους χαροκαμένους βάλσαμο; Οτι τα τρυφερότατα «εν τόπω χλοερώ» και «εν κόλποις Αβραάμ» μαλακώνουν, όσο γίνεται, τις καρδιές τους;

Ή θα βρεθείς στο Λιστόν, στη Σπιανάδα και θα καγχάσεις που οι Κερκυραίοι λιτανεύουν τον Αγιο Σπυρίδωνα, όρθιο μέσα στο γυάλινο κουβούκλιό του, με τις φιλαρμονικές να παιανίζουν πανέμορφα; «Εμείς, νιοράντε, τον αγαπάμε τον Αγιο!» θα σου απαντήσουν. «Φίλο τον έχουμε – τον βρίζουμε και πότε – πότε! Και κάθε τόσο του αλλάζουμε παντόφλες γιατί βολτάρει στην ακρογιαλιά και τις γεμίζει φύκια και πετραδάκια…». «Μα για ένα σκήνωμα πρόκειται, χιλίων οκτακοσίων ετών!» θα επιχειρηματολογήσεις. «Είδες που δεν νογάς ντιπ;».

Οπως δεν θα νογούσες πως στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα – στη μήτρα της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας, του θεάτρου -, οι κοπέλες ύφαιναν έναν θαυμάσιο πέπλο για να ντύσουν οι ιερείς το άγαλμα της Παλλάδος. Πότε; Την 28η του μηνός Εκατομβαιώνος, η οποία συμπίπτει με τον δικό μας Δεκαπενταύγουστο. Τι Παρθένος Αθηνά, τι Παρθένος Μαρία! Κάτι ήξερε ο Σικελιανός που όμνυε στον Διόνυσο-Χριστό.

Το θρησκευτικό συναίσθημα νοθεύεται, διαστρεβλώνεται, εμπορεύεται, όμως δεν ξεριζώνεται. Αλμπάνηδες, θεομπαίχτες, εγκληματίες υπάρχουν προφανώς στην Εκκλησία, όπως και στην πολιτική και στην επιστήμη. Αριστουργήματα, από την άλλη, σαν τα «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ και του Βέρντι, την «Εις Κεκοιμημένους Ακολουθία» του Ιωάννη Δαμασκηνού, τα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Παπαδιαμάντη το περιβάλλον της πίστης τα ενέπνευσε.

Εάν κάποτε η επιστήμη καταργήσει τον θάνατο, η μεταφυσική αγωνία ίσως ατροφήσει. Μάλλον ωστόσο ούτε καν τότε. Οσο ζούμε, θα παλινδρομούμε από το «Δόξα τω Θεώ» στο «Βοήθα Παναγιά μου»!