Η διαδήλωση που έγινε στην υπό κατοχή Αθήνα, ήταν κάτι το πρωτοφανές. Σε καμία άλλη κατακτημένη από τους ναζί χώρα, δεν είχαν διαδηλώσει μαζικά 100 χιλιάδες άνθρωποι για να ματαιώσουν τα σχέδια του κατακτητή και στο τέλος να τα καταφέρουν.

Στις αρχές Ιουλίου του 1943 οι συμμαχικές δυνάμεις αποβιβάζονταν στην Σικελία και ωθούσαν τους Γερμανούς βορειότερα. Οι μάχες ήταν σκληρές και αιματηρές και όλα έδειχναν πως σε λίγους μήνες η Ιταλία θα έβγαινε από το παιχνίδι και θα κατέρρεε.

Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να στηρίζονται στη σύμμαχο τους. Έπρεπε να βρουν άλλους να τους βοηθήσουν και να κάνουν τη δουλειά των Ιταλών. Οι Βούλγαροι είναι αυτό που λέμε το «πιστό σκυλί».

Οι Γερμανοί είχαν τρία από αυτά τα «πιστά σκυλιά» στην Ελλάδα. Τα Τάγματα Ασφαλείας που είχαν ιδρυθεί ήδη από τον Απρίλιο του 1943, τις εθελοντικές ομάδες εθνικιστών «πατριωτών» που πολλές αποτελούνταν από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού που δεν είχαν πάει να συνεχίσουν τον αγώνα στην Αφρική, αλλά προτίμησαν να συνεργαστούν με τον κατακτητή. Οι ομάδες αυτές έδρασαν κυρίως στην Πελοπόννησο. Και τέλος στη Μακεδονία είχαν τους Βούλγαρους.

Προκειμένου λοιπόν να μπορέσουν οι Γερμανοί να απεγκλωβίσουν δικές τους δυνάμεις και να τις στείλουν στο μέτωπο της Ιταλίας, ή στο Ανατολικό μέτωπο, αποφάσισαν να εκχωρήσουν στους Βούλγαρους την κατοχή της Μακεδονίας.

Θα τους έδιναν τα πάντα στην Μακεδονία, εκτός από την πόλη της Θεσσαλονίκης και τα τρια πόδια της Χαλκιδικής. Αυτό ήταν κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να συμβεί. Εάν έπαιρναν οι Βούλγαροι τα διοικητικά ηνία στη Μακεδονία, θα δημιουργούσαν τετελεσμένα γεγονότα. Στις 14 Ιουλίου του 1943, οι εφημερίδες υποχρεώθηκαν να δημοσιεύσουν μια ανακοίνωση της Γερμανικής Διοίκησης που έγραφε:

«Δια στρατιωτικούς λόγους, οφειλομένους εις την γενικήν πολεμικήν κατάστασιν και εξαιτίας της πληγής των ανταρτών, κατέστη αναγκαία η ενίσχυσις των στρατευμάτων κατοχής εν Ελλάδι. Εν τω πλαισίω των μέτρων τούτων, την από στρατιωτικής απόψεως ασφάλειαν εις την περιοχήν ανατολικώς του ποταμού Αξιού – πλην της πόλεως Θεσσαλονίκης – ανέλαβον βουλγαρικά στρατεύματα. Η διοίκησις και εις τα υπό των βουλγαρικών στρατευμάτων μέλλοντα να καταληφθούν τμήματα της χώρας, ευρίσκεται εις χείρας Γερμανικών διοικητικών υπαλλήλων και της Γερμανικής Αστυνομίας. Ουδαμώς αποσιωπούνται οιαιδήποτε μεταβολαί εις τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος και εις την οικονομίαν της χώρας. Ιδία εξακολουθούν να ισχύουν οι ελληνικοί νόμοι και αι ελληνικαί διατάξεις, καθώς και τα διοικητικά μέτρα της ελληνικής κυβερνήσεως.»

Γίνεται πλέον φανερό ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ κατά κύριο λόγο, είχαν αρχίσει να γίνονται καρφί στο μάτι των κατακτητών με τη δράση τους και τους υποχρέωνε να απασχολούν περισσότερα στρατεύματα στην Ελλάδα τη στιγμή που τα είχαν ανάγκη στην Ιταλία.

Κινητοποίηση

Το ΕΑΜ κινητοποιήθηκε άμεσα. Η παραχώρηση της Μακεδονίας στους Βούλγαρους θα διαμέλιζε την Ελλάδα. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Ήδη από τις αρχές Ιουλίου η 7η Βουλγαρική Μεραρχία Πεζικού είχε ήδη εισβάλλει στην περιοχή μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού και είχε αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα υπό τις διαταγές του Γερμανού Διοικητή Θεσ/νίκης –Αιγαίου.

Η Αθήνα έβραζε. Κάθε βράδυ, ΕΑΜίτες έβγαιναν σαν φαντάσματα μόλις έπεφτε το σκοτάδι κάτω από τη μύτη των Γερμανών και γέμιζαν την πρωτεύουσα με συνθήματα στους τοίχους ενάντια στη Βουλγαρική κατοχή. Οι χώροι εργασίας, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, οι γειτονιές θα έλεγαν ένα βροντερό «Όχι» την ημέρα που είχε διοργανωθεί η μαζικότερη διαδήλωση και απεργία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Και η μέρα αυτή ξημέρωσε. Από το πρωί της 22ας Ιουλίου, οι δρόμοι της πόλης είχαν γεμίσει ασφυκτικά. Κατά τις 11, η Πανεπιστημίου έμοιαζε με ένα ανθρώπινο ποτάμι. Εκατό χιλιάδες άνθρωποι – ίσως και περισσότεροι- από την Ομόνοια μέχρι την οδό Βουκουρεστίου και ακόμη παραπέρα, ύψωσαν τη γροθιά τους απέναντι στον κατακτητή. Παντού ανέμιζαν Ελληνικές σημαίες.

Οι Γερμανοί τα έχασαν. Αιφνιδιάστηκαν. Τόσο από το μέγεθος της διαδήλωσης, όσο και από το γεγονός ότι εκείνη την ημέρα είχε κηρυχθεί απεργία και δεν λειτουργούσε τίποτε. Γενική απεργία σε κατακτημένη χώρα, δεν είχε γίνει ποτέ.

Οι νεκροί…

Οι διαδηλωτές επιχείρησαν να φτάσουν μέχρι την πρεσβεία της Βουλγαρίας. Φώναζαν συνθήματα: « Όχι στην επέκταση», «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από τη Μακεδονία και τη Θράκη». Τότε από κάποιο στρατιωτικό όχημα που ήταν παραταγμένο μπροστά από το κτίριο, άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Στο ψαχνό. Ευθεία βολή προς τους διαδηλωτές. Οι πρώτοι πέφτουν κεραυνοβολημένοι.

Η 17χρονη ΕΠΟΝίτισσα Παναγιώτα Σταθοπούλου, δεν δέχτηκε κάποιον πυροβολισμό. Στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου με την Ομήρου, έβαλε το σώμα της μπροστά από ένα θωρακισμένο όχημα για να το σταματήσει. Ο οδηγός που δεν ξέρουμε εάν ήταν Γερμανός ή Έλληνας χωροφύλακας, πάτησε γκάζι και πέρασε από πάνω της. Την παρέσυρε εσκεμμένα και τη δολοφόνησε.

Η 19χρονη φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας Κούλα Λίλη, έπαθε σοκ με την εν ψυχρώ δολοφονία που έγινε μπροστά στα μάτια της. Έβγαλε το ένα της παπούτσι και επιτέθηκε στο όχημα με το τακούνι της. Ακούστηκε ένας νέος πυροβολισμός πυροβολισμός. Η Κούλα Λίλη έπεσε νεκρή. Ο κόσμος μετά το αρχικό σοκ με τους πυροβολισμούς, δεν διαλύθηκε. Συνέχισε να φωνάζει με περισσότερο πείσμα.

Εκείνο το πρωινό τουλάχιστον 30 νέοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν από τους κατακτητές. Οι περισσότεροι ήταν φοιτητές. Ανάμεσα στους νεκρούς και ο Αντώνης Παπαδοσταυράκης, ανάπηρος του πολέμου του 1940 και μέλος του ΕΑΜ. Οι Γερμανοί τον δολοφόνησαν επάνω στο καροτσάκι του.

Τραυματίστηκαν τουλάχιστον 300 διαδηλωτές. Έγιναν περισσότερες από 500 συλλήψεις. Κάποιοι πέρασαν από τα κολαστήρια της Μέρλιν. Κάποιοι άλλοι «φιλοξενήθηκαν» από τους Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών στο κτίριο της Ειδικής Ασφάλειας στην Γ Σεπτεμβρίου. Πολλοί οδηγήθηκαν στα στρατοδικεία και καταδικάστηκαν με βαριές ποινές.

Το ΕΑΜ όμως είχε πετύχει τον πατριωτικό σκοπό του. Είχε καταφέρει να ματαιώσει τα σχέδια των Γερμανών που «πάγωσαν» την εκχώρηση της Μακεδονίας στους Βούλγαρους και ανέστειλαν τις αποφάσεις τους.

Την επόμενη μέρα η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών ανακοίνωσε ότι απαγορεύει την κυκλοφορία από τις 8 το απόγευμα «κατόπιν της ανοήτου χθεσινής αποπείρας προς διατάραξιν της δημοσίας τάξεως εν Αθήναις…»

…και οι «Εφιάλτες»

Φυσικά οι Γερμανοί όπως είπαμε είχαν πάντα τα πιστά σκυλιά τους. Μερικούς μήνες αργότερα τρεις υπαξιωματικοί της Χωροφυλακής καθώς και ο μοίραρχος Νικόλαος Καίσαρης από την Ειδική Ασφάλεια, πήραν προαγωγή για τη συμβολή τους «στην αποκατάσταση της τάξης» στις 22 Ιουλίου 1943.

Αμέσως μετά τον πόλεμο οι άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές όχι μόνο δεν υπέστησαν κάποια δίωξη αλλά πολλοί από αυτούς πήραν δόξα και τιμή την ώρα που οι πραγματικοί πατριώτες σάπιζαν και τρελαίνονταν από τα βασανιστήρια στα ξερονήσια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο του υποδιοικητή της Ειδικής Ασφάλειας, του συνταγματάρχη Αναστάσιου Πάτερη, ο οποίος το φθινόπωρο του 45 στη δίκη – παρωδία που έστησε το κράτος, την περίφημη «Δίκη των Δωσίλογων», κρίθηκε ένοχος για δωσιλογισμό και συνεργασία με τον κατακτητή και λίγα χρόνια αργότερα έγινε αρχηγός Χωροφυλακής.