Ζώντας χρόνια μακριά από την χώρα και -επισήμως!- στη μέση, πια, ηλικία, ίσως έχω την συναισθηματική φόρτιση της σχεδόν σωματικής έλλειψης του παρελθόντος, της εξορισμένης, θα λέγες έκπτωτης, απόστασης απ το ηλιόλουστο πορτοκαλί της πρόθεσης των παιδικών χρόνων. Ναι, αναπολώ! Νοσταλγώ! Και αναθεωρώ! Αναθεωρώ το πιο είναι ιδανικό, παραδείσιο και ονειρικό μέρος για διακοπές και ας είχα την ευλογία των μεγάλων ταξιδιών και των πολυτελών διαμονών.

Η νιότη των καλοκαιριών στο Αιγαίο

Στην μετεφηβική οριακά νιότη, αποθέωσα τους μαύρους γκρεμούς της Σαντορίνης και τις ηφαιστειώδεις της αμμουδιές. Φυσικά ως φοιτήτρια λάτρεψα την Αστυπάλαια, την Αμοργό, την Λέρο, την Νίσυρο, την Τήλο, τη Νάξο, τη Λήμνο. Νησιά, κόσμοι, για εξερεύνηση, όλο Παναγίες νεανικές και λίγο παγανιστικές, με βράχια και αλμύρα και κύματα και όλο το μπλε και το πορτοκαλί και το χρυσό της απέραντης ηλιοφάνειας, σε μουσική υπόκρουση τζιτζικιών το μεσημέρι και τριζονιών το σούρουπο. Ως πένα του heavy metal life style -αχ, Παναγία μου, κάτι πλάνες!- φυσικά θεώρησα απόλυτο προορισμό την Μύκονο, το μπλε της, το ότι δε κοιμόταν ποτέ, το πάρτι που δεν τέλειωνε. Και παντού το ντουζάκι με το δροσιά πάνω στην αχνιστή απ τον ήλιο σάρκα και το ουζάκι σε τραπεζάκια στις ακρογιαλιές. Ακόμα, η μυρωδιά των αντηλιακών, των σαμπουάν, να μπλέκουν με εκείνη των γιασεμιών και να θυμάμαι πως από κάτω του ψήνανε χταποδάκι στα κάρβουνα, κάποτε στο Ακρωτήρι, στην Σαντορίνη και να μη μπορώ να κρατηθώ απ την όρεξη για ένα κομμάτι και αίσχος μου που τόση ποιητικότητα πάει στράφι για μια μπουκιά μεζέ και μια γουλιά ούζο.

Κύθνος και Κρήτη

Και κάποτε ερωτεύτηκα με πάθος την Κύθνο. Χρυσό, πρασινόμπλε, πέτρα και άσφάκες, σκίνα, αστοίβες, φασκόμηλο, θυμάρι, θρούμπι, ρίγανη. Εδώ για πρώτη φορά θέλησα την ιδιοκτησία και απέκτησα ένα κομματάκι βράχο ψηλά να βλέπει όλο το μπλε. Πάντα έλεγα θα χτίσω ένα πέτρινο δωμάτιο και μια αυλή να κάθομαι στον αέρα χειμώνα και καλοκαίρι στο ευλογημένο νησί, αλλά να που έφτασα στη μέση και ούτε ένα χαλικάκι στο θεμέλιο δεν έβαλα. Ύστερα ως ερωτευμένη και μάνα ήρθε η Κρήτη και με ξελόγιασε με τα βουνά, τις δοξαριές, τη θάλασσα, τις γεύσεις, την πολυτιμότητά της. Μα δεν αναπολώ, δεν νοσταλγώ όλα αυτά. Αναθεωρώ τη σημαντική τους και απλά είναι ωραίες πόζες στην ύπαρξη μου, φευγαλέες σαν ένα πρόσωπο σε τυπωμένη φωτογραφία που μου μοιάζει, αλλά δε θυμάμαι πια πως ήταν και αν την συμπαθούσα και πολύ…

Ωκεανοί

… Ύστερα ήρθαν τα μεγάλα ταξίδια! Καλά η Ευρώπη και η Ιταλία και η Βουλγαρία, το Βέλγιο, η Αγγλία! Γειτονία μας σχεδόν! Οι εξωτικές παραδείσιες Σεϋχέλλες να σαγηνεύουν, ο Μαυρίκιος να υποβάλλει, το Μεξικό να μαγεύει, η Τζαμάικα να σε σημαδεύει, τα Κέϊμαν να σε αιχμαλωτίζουν και το Μαϊάμι, η Νέα Υόρκη, το Λος Αντζελες, το Σεντ Λουΐς! Και τώρα η Βοστώνη, η νέα πόλη μου, πλέον, αρχιτεκτονικά αριστουργηματική, που ανακηρύχτηκε η πιο  arrogant των ΗΠΑ. Ζω εδώ, δε κάνω διακοπές και βγαίνω εκτός θέματος, αλλά της δίνω μια θέση τη μεγάλη εικόνα των τόπων, που υπάρξανε φόντο για όλο για αυτό συνέθεσαν την εικόνα του προσωπικού μου χωροχρόνου και των ελλειπτικών μου ιδεατών χορογραφιών ταγκό στη πορεία. Ούτε εδώ αναπολώ. Δε νοσταλγώ, παρά χαμογελώ σε σημεία…

Εκεί, που κελαηδάει το αηδόνι

… Εκεί που, αχ, να γινόταν να γυρίσω για λίγο, είναι η εποχή, ο τόπος, ο χρόνος όλων των καλοκαιριών των παιδικών μου χρόνων, πεδίο αθωότητας, αγνότητας, προστασίας, ασφάλειας. Εκεί που η μέρα διαρκούσε για πάντα και χώραγε παιχνίδι με ξαδέλφια και τα χάδια της γιαγιάς και τον μπαμπά να φέρνει λουκούμια από το καφενείο και τη μαμά να μαθαίνει να ψήνει στη γάστρα πίτα με άγριά χόρτα και ψωμί ζυμωτό. Εκεί που τρώγαμε στην πέτρινη αυλή, ανάμεσα στα γεράνια της γιαγιάς και δίπλα στα καλαμπόκια, με την κληματαριά να ρίχνει ίσκιο παχύ παντού και είχα θείους και θείες που κάναν αστεία και λέγανε τραγούδια μετά το βαρύ ορεινό κρασί. Ναι, ζήτω οι αστοί πουλάκι μου και το life style και τι εκθέσεις έχω δει στο Metropolitan, αλλά ο πατέρας μου ήταν από ορεινό χωριό, το Αργυρό Πηγάδι Αιτωλοακαρνανίας, στην άκρη με Ευρυτανία, η γιαγιά μου φορούσε μαύρο τσεμπέρι για όλους τους νεκρούς της, που μνημόνευε πριν κοιμηθεί δίπλα στο τζάκι και που στις σκιές στα σούρουπα νόμιζε πως τους έβλεπε και της στέλναν μηνύματα, γνέφοντας και κοιτώντας. Το χωριό είναι πολύ ψηλά, χτισμένο ανάμεσα σε βουνά, με τα έλατα μέσα στις αυλές και όλο γκρεμούς και σάρες και πηγές και μικρά ρυάκια και ρεματιές. Και οι άνθρωποι είναι -ή ήταν!- περήφανοι όπως όλοι οι ορεινοί γιατί έχουν συνηθίσει να κοιτάνε τον κόσμο από ψηλά και δεν είναι σκλάβοι του κάμπου και της καλλιέργειας του. Είναι κτηνοτρόφοι, βοσκοί, τσομπάνηδες, «βλάχοι» μωρε παιδί μου, αλλά σε μια ελευθερία να γυρνάνε στο βουνό με τα ζωντανά τους, που ονομάτιζαν και ήταν σύντροφοι τους και να σκέφτονται, να τραγουδούν, να παίζουν εκείνη την φλογέρα, που σας φαντάζει τώρα βουκολική και ίσως γραφική, αλλά ήταν σα στεναγμός που δε χωρούσε στον κόσμο όλο η ανάσα εκείνων των ορεινών αγοριών ανάμεσα στα έλατα…

Παντού η Ιστορία

… Τα σπίτια είναι από πέτρα, με πλάκες στις σκεπές με ξύλινα πατώματα και επενδύσεις στους τοίχους. Οι κουζίνες είναι χωριστά και από κάτω ήταν οι στάβλοι για τα άλογα για να ζεσταίνονται με την ζωή του και τα χνώτα και τα μαγειρέματα άνθρωποι και ζωντανά. Στο πιο ψηλό σημείο στο χωριό, ο Αι Δημήτρης, έχει χτιστεί σε βάσεις που ξεχωρίζουν μεγάλες, αρχαίες κολώνες στη βάση του. Κάποιο παλιό ιερό απ την Αιτωλική συμπολιτεία της Ισοπολιτεία και Αυτονομίας των μελών της ήταν εκεί, για άλλες λατρείες. Εκεί που παίζαμε παιδιά, σε μια βροχή έφυγε το χώμα και αποκαλύφθηκαν δυο τάφοι από εκείνη την εποχή, ενός άντρα και μιας γυναίκας. Άρχοντες. Με χρυσά στολίδια και πολλά κτερίσματα ήτανε. Ήρθαν οι αρχαιολόγοι από την Πάτρα, πήραν τα ευρήματα, σφραγίσανε τους τάφους και φύγαν. Αλλά η αίσθηση του αρχαίου τόπου, σα να βάραινε πάντα, κρεμασμένη σα σύννεφο πάνω από τις κορυφές των βουνών.

Τάματα στη Παναγιά την Προυσιώτισσα

… Εμείς παιδιά, χανόμασταν σε κάτι εξερευνήσεις στις άκρες των γκρεμών και σε παιχνίδια άγρια με πέτρες και ελεύθερες πτώσεις στο κενό. Τρώγαμε πατάτες τηγανίτες που ήταν κόκκινες και γλυκές και καλαμποκίσιες τηγανίτες και μέλι άγριο με την κερήθρα. Μια φορά μια αλεπού είχε περάσει δίπλα μου, στο χτιστό κρεββάτι που κοιμόμουν και πήγε στο κοτέτσι που είχε η γιαγιά τις κοτούλες της.

Όλες τις έπνιξε και ας είχε πάρει μαζί της μόνο μια. Κάποτε είχα για pet ένα φίδι σε μια μεγάλη κούτα από Καρέλια κασετίνα. Χανόμασταν εκεί που δεν επρεπε να πάμε, που οι ξυλοκόποι σέρνανε κορμούς με μεγάλα σχοινιά μαζί με άλογα, που είχαν άγρια μάτια και κάτι χοντρά πόδια σα κολώνες! Πηγαίναμε στα ξωκκλήσια, μακριά. Στου Αϊ Γιώργη του Νεομάρτυρα, του Γιαννιώτη, που στην εικόνα του, πράος, νέος, σγουρομάλλης φορούσε φουστανέλα και το τέμπλο γύρω του ήταν από ξύλο σκαλιστό στο χέρι και που μπορούσαμε να το κοιτάμε ώρες. Σκαρφαλώναμε ψηλά πολύ στου Προφήτη Ηλία που είχε πάντα στο δρόμο αγριογούρουνα και σκαρφαλώναμε στα δέντρα να μην είμαστε στο δρόμο τους και εγώ δεν έτρεχα γρήγορα και μου φωνάζανε. Πηγαίναμε και μια φορά, κάθε καλοκαίρι, στα τέλη του Αυγούστου, με τα πόδια, στην Παναγιά την Προυσιώτισσα, την Παναγίτσα των τσομπάνων, που η γλύκα της και η σοβαρότητα της, ήταν η σκέπη της γιαγιάς μου της Σπυριδούλας και μας έχει ταμένους εκεί όλους, για τρεις τέσσερις γενιές, σε όποια ήπειρο και αν βρισκόμαστε και δε ξεχρεώνουμε ποτέ τα τάματα, μου φαίνεται…

Το `ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό

… Άνθρωποι ψηλοί, ανοιχτόχρωμοι με πολύ γαλάζια, σχεδόν διάφανά μάτια, περήφανοι και ελεύθεροι -τα πάμε!- δεν ήθελαν ή δεν ήταν φτιαγμένοι για να κάνουν το κακό. Ξέρανε γιατροσόφια και βοτάνια, άμα αρρώσταιναν και πρακτικά, κάποιοι τους, φτιάχνανε διαστρέμματα και σπασίματα. Και ήταν μεγάλοι παραμυθάδες. Στις φωτιές που ανάβανε κάθε βράδυ, γιατί το κρύο έπεφτε με το σκοτάδι, λέγανε απίθανες ιστορίες! Για νεραΐδες που κλέβανε τα λογικά των ανδρών και λούζονταν στις λίμνες στα ρέματα και ήταν πανώριες. Για δαιμονικά στοιχειά, που θέλανε να σε παρασύρουν στους γκρεμούς και να σου κλέψουν την ψυχή. Για τέρατα – φύλακες θησαυρών αρχαίων.

Για στοιχειωμένους τόπους, για ψιθύρους που καλούν το όνομα σου, αλλά εσύ να μην αποκριθείς ποτέ, για φωτιές που ανάβουν ξαφνικά μπροστά σου και σου κλείνουν το δρόμο, για τους αγίους που εμφανίζονται σαν φτωχοί περαστικοί και επαίτες, για αλλόκοτα φαντάσματα που βρίσκονται στα δάση έχοντας χάσει το δρόμο τους.  Αθώοι, ανοιχτόκαρδοι, φιλόξενοι, λέγανε τραγούδια με πονεμένα λόγια, όχι για χορούς αλλά για να ξεπλακώνουν τις καρδιές τα βάσανα για να ελαφρύνουν οι ψυχές τους. «Όλα τα πουλάκια, κι αμάν αμάν, όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά, τα χελιδονάκια ζευγαρωτά. Το `ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό περιπατεί στους κάμπους με τον αϊτό…»… Το έρημο το αηδόνι! Τ άκουγα μέσα απ τον ύπνο μου, να λέει τραγούδια στο σκοτάδι. Και  έβλεπα και πυγολαμπίδες πολλές μαζί, να πετάνε σαν σύννεφα από μικροσκοπικά αστεράκια. Μετά στη ζωή μου, ούτε αηδόνια άκουσα, ξανά, ούτε πυγολαμπίδες, είδα. Πάει η γιαγιά, οι γονείς, οι θείες και οι θείοι, χαθήκαμε και με τα ξαδέλφια. Ξέχασα πως κελαηδούν τα αηδόνια πια…

Το Αργυρό Πηγάδι, που στέκεται στα σε 1000 μέτρα υψόμετρο, ανήκει στο Δήμο Θέρμου και είναι χτισμένο στη νοτιοανατολική πλαγιά της Τριανταφυλλιάς, της δεύτερης κορυφής του Παναιτωλικού με ύψος 1817 μέτρων. Ανήκει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Προστατευμένων Περιοχών  Natura 2000. Έχει ξενώνα, σύγχρονο αλλά σύμφωνο με την παραδοσιακή πέτρινη και ξύλινη αρχιτεκτονική, εστιατόριο και καφέ με εξαίσια και αγνότητα τοπικά πιάτα και το σχολείο, μιας και δεν έχει πια παιδιά, αλλά είναι παλιό και ιστορικό, έχει γίνει μουσείο