Κασσιανή

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις…


Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά,

πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.

Μα, ω Κύριε, πώς η θεότη Σου μιλά

μέσ’ στην καρδιά μου!


Κύριε, προτού Σε κρύψ’ η εντάφια γη

από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα

κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή

Σου φέρνω μύρα.


Οίστρος με σέρνει ακολασίας… Νυχτιά,

σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,

το σκοτάδι της αμαρτίας· φωτιά

με καίει, με λιώνει.


Εσύ που από τα πέλαα τα νερά

τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου,

κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά

τα δάκρυά μου.


Γύρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πώς πονεί!

Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν

άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί

και σάρκα επήραν.


Στάχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά

μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω

και με της κεφαλής μου τα μαλλιά

θα στα σφουγγίσω.


Τάκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό

της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,

κι αλαφιασμένη κρύφτηκε… Πονώ,

σώσε, έλεος κάνε.


Ψυχοσώστ’, οι αμαρτίες μου λαός·

τα ξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση;

Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!

Άβυσσο η κρίση.


*Κωστή Παλαμά, «Βωμοί», Β’ έκδοσις (εκδ. Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι), Βιβλίο Τέταρτο, σελ. 101-103.


Η Κασσιανή ήταν μια βυζαντινή αρχόντισσα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 9ου αιώνα μ.Χ.

Γόνος εύπορης οικογένειας, η ευγενούς καταγωγής Κασσιανή είχε την τύχη να αποκτήσει λαμπρά ηθικοπνευματικά και μορφωτικά εφόδια, που της επέτρεψαν, σε συνδυασμό με τα τα αναμφισβήτητα διανοητικά της χαρίσματα, να εντρυφήσει στη μελέτη της Αγίας Γραφής και της Πατερικής σοφίας, αλλά και να εμβαθύνει στο έργο των σπουδαιότερων εκκλησιαστικών υμνογράφων και μελωδών.

Έτσι, η Κασσιανή κατάφερε να συνθέσει πολλούς εκκλησιαστικούς ύμνους, που διακρίνονται για το λυρισμό, τη χάρη και την εκφραστική δύναμή τους.

Το θέμα του περίφημου τροπαρίου που φέρει το όνομά της, αυτού που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη στους ορθόδοξους ναούς, το εμπνεύστηκε από την ακόλουθη συγκινητική σκηνή που περιγράφεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο:

Τον παρακαλούσε δε κάποιος από τους Φαρισαίους να φάγη μαζί του. Και αφού εισήλθεν στο σπίτι του Φαρισαίου, εξηπλώθη, κατά συνήθειαν που επικρατούσε τότε, πλησίον της τραπέζης του φαγητού.

Και ιδού μία γυναίκα της πόλεως αυτής, η οποία ήτο αμαρτωλή, όταν επληροφορήθη ότι ο Ιησούς τρώγει εις την οικίαν του Φαρισαίου, έφερε ένα αλαβάστρινον δοχείον γεμάτο μύρον.

Και αφού εστάθη πίσω, πλησίον στους πόδας του Ιησού, ανελύθη εις δάκρυα και ήρχισεν να βρέχη τους πόδας του με τα δάκρυά της, και να τους σπογγίζη με τας τρίχας της κεφαλής της. Συγχρόνως δε εφιλούσε συνεχώς με βαθείαν ευλάβειαν τους πόδας του και τους ήλειφε με μύρον.

Όταν δε ο Φαρισαίος, που τον είχε καλέσει στο γεύμα, είδε το γεγονός αυτό, είπε μέσα του· εάν αυτός ήτο προφήτης, θα εγνώριζε ποίας διαγωγής είναι η γυναίκα αυτή που τον εγγίζει, θα εγνώριζε δηλαδή ότι είναι αμαρτωλή.

Και ο Ιησούς απαντών στους διαλογισμούς αυτούς του Σίμωνος είπε· Σίμων, έχω κάτι να σου πω. Εκείνος δε είπε· διδάσκαλε, λέγε.

Ήσαν δύο χρεωφειλέται προς κάποιον δανειστήν. Ο ένας του εχρεωστούσε πεντακόσια δηνάρια, ο δε άλλος πενήντα.

Επειδή δε δεν είχαν αυτοί να εξοφλήσουν το χρέος των, ο δανειστής το εχάρισε και στους δύο. Πες μου, ποιος από τους δύο θα τον αγαπήση περισσότερον;

Απεκρίθη δε ο Σίμων και είπε· νομίζω ότι εκείνος στον οποίον εχάρισε το μεγαλύτερον χρέος. Ο δε Ιησούς τού είπε· ορθή είναι η κρίσις σου.

Και αφού εγύρισε προς την γυναίκα, είπε στον Σίμωνα· βλέπεις αυτήν την γυναίκα; Ήλθα στο σπίτι σου και δεν μου έδωσες νερό διά το πλύσιμο των ποδιών μου. Αυτή όμως έβρεξε τα πόδια μου με τα δάκρυά της και τα εσπόγγισε με τας τρίχας της κεφαλής της.

Συ δεν μου έδωσες φίλημα, όπως συνηθίζουν διά τον κάθε φιλοξενούμενον· αυτή δε από την ώραν που εμπήκε στο σπίτι, δεν έπαυσε με πολλήν ευλάβειαν να καταφιλή τους πόδας μου.

Συ δεν μου άλειψες την κεφαλήν ούτε με απλό λάδι. Αυτή δε μου άλειψε τους πόδας με πανάκριβο μύρον.

Ένεκα δε τούτου ακριβώς σου λέγω ότι είναι συγχωρημέναι αι πολλαί αυτής αμαρτίαι, διότι ηγάπησε πολύ εμέ τον Λυτρωτήν και επόθησε βαθύτατα την λύτρωσίν της. Εκείνος δε που νομίζει ότι ολίγον χρέος έχει απέναντι του Θεού, ολίγον αγαπά.

Είπε δε προς αυτήν ο Ιησούς· είναι συγχωρημέναι αι αμαρτίαι σου.

Και αυτοί που παρεκάθηντο μαζί του στο τραπέζι ήρχισαν να σκέπτωνται και να λέγουν από μέσα των· ποιος είναι αυτός, ο οποίος και αμαρτίας ακόμη συγχωρεί;

Είπε δε προς την γυναίκα ο Ιησούς· η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε με ειρηνική και καθαράν την καρδίαν σου στον δρόμον της ειρήνης».

(Λουκάς 7: 36-50)

Πέραν του πασίγνωστου τροπαρίου της για τη μετανοήσασα γυναίκα τού κατά Λουκάν Ευαγγελίου, την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυναίκα, η Κασσιανή δημιούργησε, με την ίδια πάντα ποιητική δεινότητα, ιδιόμελα (τροπάρια με δικό τους μέτρο και δικό τους ρυθμό), ειρμούς (τα πρώτα τροπάρια καθεμιάς από τις εννέα Ωδές ενός Κανόνα), επιγράμματα σε ιαμβικό μέτρο κ.ά.