Η«υπόθεση Λιγνάδη» έφτασε εκεί όπου έπρεπε να καταλήξει. Στη Δικαιοσύνη.

Οι μηνυτές τον κατηγορούν. Εκείνος αρνείται τις κατηγορίες. Οι δικαστές θα κρίνουν.

Φυσικά προηγήθηκαν ή θα ακολουθήσουν κι άλλες υποθέσεις. Ελπίζω όμως να έχουν όλες την ίδια κατάληξη.

Αν δεν απατώμαι, έτσι λειτουργούν (και έτσι πρέπει να λειτουργούν…) οι δημοκρατίες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι οποίες εδώ και μερικούς αιώνες έχουν ξεφύγει ευτυχώς από τον «νόμο του Φαρ Ουέστ» και τα «λαϊκά δικαστήρια».

Εχει ευθύνη η κυβέρνηση; Προφανώς έχει την ευθύνη της επιλογής – με την έννοια της ευθύνης που έχει μια κυβέρνηση για όλες τις επιλογές της. Είτε διαλέγει καλλιτεχνικό διευθυντή για το Εθνικό, είτε διοικητή στον Ευαγγελισμό, είτε πρόεδρο στην Αττικό Μετρό ΑΕ.

Υπήρξε απόπειρα συγκάλυψης; Η πρώτη μήνυση κατά Λιγνάδη κατατέθηκε στις 5 Φεβρουαρίου, ο Λιγνάδης παραιτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου, ακολούθησαν άλλες μία ή δύο μηνύσεις έως τις 19 Φεβρουαρίου, στις 20 Φεβρουαρίου συνελήφθη.

Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του από τα γεγονότα.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορίες για αγρίους. Αξίζει όμως να σημειώσω κάτι για όσες υποθέσεις προηγήθηκαν και όσες θα ακολουθήσουν.

Η ηθική είναι ατομική υπόθεση. Δεν έχει ούτε επαγγελματικό, ούτε έμφυλο, ούτε κοινωνικό, ούτε παραταξιακό πρόσημο. Ο καθένας φέρει την ευθύνη του εαυτού του, των πράξεων και των συμπεριφορών του.

Η ευθύνη της συντεταγμένης πολιτείας δεν είναι να διαμορφώσει έναν επίσημο ηθικό κανόνα. Δεν νομίζω να εισηγείται κανείς κάτι τέτοιο.

Η ευθύνη της είναι να ελέγχει ενδεχόμενες παρεκτροπές μέσα από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που έχει στη διάθεσή της, κυρίως τη Δικαιοσύνη. Τα υπόλοιπα είναι απόψεις του καθενός και, ως γνωστόν, ο Κλιντ Ιστγουντ έχει πει πως ο καθένας διαθέτει από μία.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να αποφύγω δυο σκέψεις.

Πρώτον, ότι ο διαχωρισμός μεταξύ προσωπικού και επαγγελματικού ή πολιτικού δεν είναι πάντα εφικτός. Ούτε το ένα είναι απολύτως ανεξάρτητο από το άλλο.

Δεύτερον, ότι η αξιολόγηση ενός δημόσιου λειτουργού πρέπει να γίνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Με αίσθηση του μέτρου φυσικά και με σεβασμό στην προσωπικότητα του κάθε υποψηφίου.

«Μα θα μπεις στα προσωπικά των ανθρώπων;» ακούω την εύλογη ένσταση.

Ειλικρινά, δεν μου αρέσει, αλλά πολύ φοβούμαι πως δεν γίνεται να το αποφύγεις – έστω κι αν αποδειχθεί ότι τελικά δεν χρειαζόταν…

Στις ΗΠΑ, αλλά τα τελευταία χρόνια και σε όλο περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, πριν τοποθετήσουν κάποιον σε δημόσιο αξίωμα ψάχνουν και το χρώμα της κιλότας του – που λέει ο λόγος.

Υποθέτω πως κάτι ξέρουν.