Γράφει η Κίττυ Ξενάκη

Ενα πρωινό του περασμένου Απριλίου, ο Μπράιαν Χέιμαν και η Μελίσα Γιορκ, αμφότεροι εργαζόμενοι στη σωφρονιστική υπηρεσία του Κάνσας, κάλεσαν μέσω Zoom τους έξι άνδρες που συμμετείχαν – υποχρεωτικά, με δικαστική εντολή, στο πλαίσιο των όρων για την απελευθέρωσή τους – στο πρόγραμμα παρέμβασης στην ενδοοικογενειακή βία που συντονίζουν. Ηταν η δεύτερη τηλεσυνεδρία που πραγματοποιούσαν, το επέβαλε η πανδημία. Ξεκίνησαν συζητώντας μια πρόσφατη δολοφονία, στην Ουτσιτά, μιας γυναίκας και της οκτάχρονης κόρης της: η αστυνομία υποψιαζόταν ως δράστη τον σύντροφο της γυναίκας. Ο Χέιμαν και η Γιορκ σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν την υπόθεση αυτή ώστε να δείξουν πώς οι θύτες απομονώνουν τα θύματά τους: μητέρα και παιδί εντοπίστηκαν τρεις ημέρες μετά τον θάνατό τους.

Εκείνη τη μέρα, ένα τακτικό μέλος της τάξης, ο Τζον, καθυστέρησε μερικά λεπτά να συνδεθεί. Και όταν τελικά συνδέθηκε, οι υπόλοιποι συνειδητοποίησαν πως βρισκόταν στο αυτοκίνητό του, οδηγούσε: είχε τοποθετήσει το κινητό του στο ταμπλό, έβλεπαν λοιπόν δέντρα και κτίρια να περνούν πίσω του. Είχε βάλει το τηλέφωνo στη σίγαση, άκουγε έτσι όλους τους άλλους, αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να τον ακούσουν. Κάποια στιγμή, έκανε δεξιά και σταμάτησε στον χώρο στάθμευσης ενός κτιρίου διαμερισμάτων. Βγήκε, αφήνοντας πίσω το κινητό του. Επέστρεψε ένα – δυο λεπτά αργότερα και έβαλε ξανά μπροστά. Χέιμαν και Γιορκ τού ζήτησαν να βγάλει το τηλέφωνο από τη σίγαση, εκείνος τους αγνόησε. Ξανά και ξανά, σταματούσε κάπου, έβγαινε, και επέστρεφε ύστερα από λίγα λεπτά.

Στα προγράμματα παρέμβασης στην ενδοοικογενειακή βία των ΗΠΑ – υπάρχουν κάπου 1.500 τέτοια, χωρίς όμως κάποιον οργανισμό που να τα επιβλέπει -, οι συντονιστές κατευθύνουν τη συζήτηση ώστε να βοηθήσουν τους θύτες να αναγνωρίσουν τα αίτια της βίας που έχουν ασκήσει, να αναπτύξουν ενσυναίσθηση για τον εαυτό τους και τους άλλους, να εντοπίσουν μοτίβα αρνητικών σκέψεων που μπορεί να επισπεύσουν επικίνδυνα ξεσπάσματα. Στα μισά της τηλεσυνεδρίας, η Γιορκ ρώτησε τους υπόλοιπους άνδρες στη γραμμή τι πίστευαν ότι έκανε ο Τζον. Κανείς δεν απάντησε. Οπως θα έλεγε αργότερα η ίδια στο «New Yorker», ο Τζον έδειχνε όλη εκείνη την ώρα πολύ συγκεντρωμένος: «Ηταν εκτός ελέγχου, με έναν ελεγχόμενο τρόπο». Ο Χέιμαν είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο βαναυσότητα, ακόμα και μέσω της οθόνης του υπολογιστή του, λοιπόν, μπορούσε να αναγνωρίσει στον Τζον την οργή που έβλεπε άλλοτε στον πατέρα του.

Παραλήρημα

Ξαφνικά, ο Τζον αναίρεσε τη σίγαση και άρχισε να παραληρεί. Ελεγε πως οι άνδρες βρίσκουν τον μπελά τους επειδή τους χειραγωγούν, και μετά τους ραγίζουν την καρδιά. Πως αν η γυναίκα στην Ουιτσιτά δεν είχε μανιπουλάρει τον σύντροφό της, θα ήταν ακόμα ζωντανή. Επειτα άρχισε να μιλάει για τη δική του σχέση: η φίλη του τον είχε εγκαταλείψει το προηγούμενο βράδυ, είχε πάρει τα πράγματά της από το κοινό τους σπίτι, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και τα μηνύματά του, εκείνος είχε πια καταλάβει ότι τον απατούσε, ότι τον χρησιμοποιούσε εξαρχής, ενώ ήταν τόσο καλός μαζί της. Εκείνη τη στιγμή, ο Χέιμαν και η Γιορκ συνειδητοποίησαν πως o Τζον δεν οδηγούσε άσκοπα τριγύρω: κυνηγούσε την πρώην του. Ανακάλυψαν ότι είχε χακάρει τον λογαριασμό της σε μία εφαρμογή γνωριμιών και με τη βοήθεια της λειτουργίας γεωεντοπισμού, την είχε πάρει στο κατόπι.

Ο Χέιμαν και η Γιορκ τερμάτισαν την τηλεσυνεδρία, κράτησαν όμως τον Τζον στη γραμμή, για τρεις ακόμη ώρες, πασχίζοντας να τον κάνουν να συνειδητοποιήσει πως πίσω από την έξαλλη οργή του βρισκόταν μια βαθιά θλίψη, μέχρι που αυτός βαρέθηκε να ψάχνει και επέστρεψε σπίτι του, μέχρι που υποσχέθηκε πως δεν θα έκανε κακό ούτε σε εκείνη ούτε στον εαυτό του. Παράλληλα, βέβαια, προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή, στα κρυφά, με την πρώην φίλη του, ώστε να την προειδοποιήσουν. Υπό κανονικές συνθήκες, η συμπεριφορά του Τζον θα ήταν αρκετή ώστε να ανακληθεί η υπό όρους αποφυλάκισή του, εν μέσω πανδημίας ωστόσο, με τις καταγγελίες στην αστυνομία για ενδοοικογενειακή βία να έχουν εκτοξευτεί, ήταν δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο χωρίς να έχει περάσει στην πράξη.

Μία εβδομάδα αργότερα, η τηλεσυνεδρία επαναλήφθηκε, σύμφωνα με το πρόγραμμα. Ο Τζον συνδέθηκε στην ώρα του, αλλά άφησε το κινητό του στη σίγαση. Την επόμενη εβδομάδα, αποσυνδέθηκε πρόωρα, υποστηρίζοντας ότι κινδύνευε να πάρει γερανός το αυτοκίνητό του. Τη μεθεπόμενη, συνδέθηκε με καθυστέρηση, και όταν η Γιορκ ζήτησε να μάθει τον λόγο, εκείνος έβαλε τις φωνές, και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ξαναπήρε πίσω. Αρχές Ιουνίου, η Γιορκ έμαθε πως είχε επιχειρήσει να στραγγαλίσει την πρώην φίλη του.

«Αμερικανιές», θα πείτε, και ενδεχομένως να έχετε, σε έναν βαθμό, δίκιο. «Για τέτοιους ανθρώπους δεν υπάρχει ελπίδα», θα πείτε, και ενδεχομένως να έχετε, σε έναν βαθμό, δίκιο. Για τα θύματά τους, όμως, για τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας, πρέπει να υπάρχει ελπίδα. Και όπως αποδεικνύει το τελευταίο διάστημα, για μία ακόμα φορά, το αστυνομικό ρεπορτάζ (και) στη χώρα μας, αυτό δεν ισχύει.