Βαρύ πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης, επιφέρει η εμμονή της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αλλαγές στην ηγεσία του Αρείου Πάγου. Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς τις αιτιάσεις του Μεγάρου Μαξίμου ότι κινείται εντός του Συντάγματος κι έχει κάθε δικαίωμα να κάνει αυτή τις επιλογές, το πρόβλημα είναι άλλο.

Είναι ότι δημιουργείται η εικόνα στους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη, το τελευταίο καταφύγιο όλων, είναι αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, παζαριών και στο τέλος κομματικό παραμάγαζο κάθε κυβέρνησης.

Η νομιμότητα των κινήσεων του Αλέξη Τσίπρα ελέγχονται από κορυφαίους συνταγματολόγους. Σχεδόν όλοι τονίζουν ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να προχωρήσει στις αλλαγές από τη στιγμή που προκήρυξε εκλογές κι έκανε όλες αυτές τις μεθοδεύσεις προκειμένου να μπορέσει να βάλει τους δικούς της δικαστικούς στο ανώτατο δικαστήριο.

Ακόμη, όμως, κι αν αυτό κριθεί νόμιμο απουσιάζει παντελώς η ηθική, αν και η παρούσα κυβέρνηση των Πολάκηδων που εξευτέλισαν τη Δικαιοσύνη, δεν έχει επιδείξει στοιχεία ηθικής.

Όταν μια κυβέρνηση που έχει ηττηθεί με 10 μονάδες πριν από λίγες ημέρες, σπεύδει ολοταχώς να αλλάξει την κεφαλή της Δικαιοσύνης ενώ γνωρίζει ότι έχει χάσει τη νομιμοποίηση του ελληνικού λαού, αυτό δεν έχει καμιά ηθική πλευρά.

Κάνει κουμάντο η ΠΓ

Ο ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα η Πολιτική Γραμματεία, έδωσαν το πράσινο φως να γίνουν οι αλλαγές από τον Αλέξη Τσίπρα λες και το πολίτμπιρο του κυβερνώντος κόμματος κάνει κούμαντο στη χώρα. Και κυρίως είναι αυτό που νομιμοποιείται να αποφασίζει για το πότε θα γίνουν μετακινήσεις δικαστικών.

Ο πρωθυπουργός συγκαλεί σε λίγη ώρα το τελευταίο υπουργικό του συμβούλιο, όχι για να κάνει απολογισμό και να δει τα λάθη του, αλλά για να προχωρήσει στο μίνι πραξικόπημα στον δικαστικό χώρο. Θα ρίξει το μπαλάκι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για το αν θα υπογράψει ένα Προεδρικό Διάταγμα το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν θα έπρεπε να απασχολεί τη χώρα αυτή την κρίσιμη περίοδο.

Ο Προκόπης Παυλόπουλος έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται να υπογράψει τίποτε προτού να λήξει η θητεία των δικαστικών, στις 30 Ιουνίου, είναι όμως άγνωστο τι θα πράξει μετά.

Ένα υπουργικό συμβούλιο θα γίνει για να επιβεβαιωθεί η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ να εργαλειοποιεί τη Δικαιοσύνη προς όφελός της, δεσμεύοντας την επόμενη κυβέρνηση με τις αποφάσεις της.

Και ναι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι και η Νέα Δημοκρατία θέλει τους δικούς της δικαστές, όμως, τώρα κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ και αποφασίζει αν και πώς θα προχωρήσει. Αν αντί της προσχηματικής συναίνεσης που ζήτησε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Μ. Καλογήρου, κατέθετε πρόταση για άμεση αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με τρόπο διαφανή και αμερόληπτο κανείς δεν θα διαμαρτυρόταν. Όμως, ακόμη και η τελευταία πράξη του Αλέξη Τσίπρα γίνεται στη λογική της αλαζονείας και της καθεστωτικής νοοτροπίας που διακατέχει τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη και στην πτώση τους δείχνουν έτοιμοι να «πουλήσουν ακριβά το τομάρι τους» ή όπως είπε ο Δ. Παπαδημούλης «δεν θα ξεμπερδέψετε εύκολα με τον ΣΥΡΙΖΑ».

Σε κάθε περίπτωση η εικόνα που εμφανίζεται πέντε ημέρες μετά τις ευρωεκλογές είναι μια αδύναμη κυβέρνηση να προσπαθεί να επιβάλει τις αποφάσεις της και να κάνει τεράστια ζημιά στη Δικαιοσύνη.

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το Μέγαρο Μαξίμου γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους συνταγματολόγους που λένε ότι δεν πρέπει να προχωρήσει στις αλλαγές που επιθυμεί. Αδιαφορεί ακόμη και για το γεγονός ότι ρίχνει στο τραπέζι ένα θέμα που θα προκαλέσει σοβαρή πόλωση εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

Το άρθρο του Ξ. Κοντιάδη

Σε άρθρο του στα «ΝΕΑ» ο Ξενοφών Κοντιάδης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου τονίζει:

«Είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από μία απερχόμενη κυβέρνηση; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι δεν πρόκειται για απόφαση με επείγοντα χαρακτήρα. Αντιθέτως, η παρούσα κυβέρνηση καθυστέρησε πέρσι την επιλογή προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι τον Οκτώβριο, παρότι ο προηγούμενος πρόεδρος είχε παραιτηθεί από τον Μάιο και αναπληρώθηκε από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η βιασύνη αυτής της επιλογής σήμερα κρύβει μία πολιτική ιδιοτέλεια από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία δεν είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτή.

Η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των προέδρων και αντιπροέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαφέρει από τη διαδικασία προαγωγής των άλλων δικαστικών λειτουργών. Στις θέσεις αυτές οι προαγωγές ενεργούνται κατά το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο σκοπός της συνταγματικής ρύθμισης είναι να μην αποκόπτεται πλήρως η δικαιοσύνη από τα όργανα του κράτους που εκλέγονται άμεσα ή έμμεσα από τον λαό και λογοδοτούν σε αυτόν. Ομως, η σημερινή κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον αυτή την πολιτική νομιμοποίηση.

Η καταστρατήγηση του Συντάγματος από την ενδεχόμενη επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από την παρούσα κυβέρνηση θεμελιώνεται κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι ήδη η χώρα τελεί σε μια οιονεί προεκλογική περίοδο, αφού ο Πρωθυπουργός έχει αναγγείλει την προκήρυξη πρόωρων εκλογών και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει προσδιορίσει τον χρόνο διεξαγωγής στις 7 Ιουλίου.

Σημειωτέον ότι η επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας για τη διάλυση της Βουλής θα είναι εντελώς προσχηματική, αφού η απόφαση του Πρωθυπουργού υπήρξε αποτέλεσμα της εκλογικής του ήττας την περασμένη Κυριακή. Αυτό σημαίνει ότι η ορθή οδός θα ήταν η παραίτηση της κυβέρνησης και η διεξαγωγή των εκλογών από υπηρεσιακή κυβέρνηση, η οποία προφανώς δεν θα είχε την αρμοδιότητα να ορίσει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η επίσπευση της επιλογής της δικαστικής ηγεσίας είναι προφανές ότι υποκρύπτει την πρόθεση της κυβέρνησης να διορίσει πρόσωπα που της είναι αρεστά, πλήττοντας την ανεξαρτησία και το κύρος της δικαιοσύνης. Στο μυαλό όλων θα έρθει η σκέψη ότι τα πρόσωπα αυτά, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι είναι τα αξιότερα, επελέγησαν από μία απερχόμενη και ηττημένη κυβέρνηση, που στερείται πλέον πολιτικής νομιμοποίησης, κυριολεκτικά στο παρά πέντε της διαφαινόμενης εκλογικής της ήττας. Αυτό θα αποτελούσε μία πράξη κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, αλλά και υπονομευτική για τη νομιμοποίηση της ηγεσίας της. Ας ελπίσουμε ότι η τελευταία πράξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν θα αποτελέσει άλλο ένα πλήγμα κατά του κράτους δικαίου».

Γράψτε το σχόλιο σας