Ο Βέρνερ Χέρτζοκ συγκαταλέγεται στις μορφές του ευρωπαϊκού σινεμά. Έχοντας δική του εταιρεία παραγωγής από το 1963, κατάφερε να γράφει, να σκηνοθετεί και να χρηματοδοτεί τις ταινίες του, ενώ πέρα από κινηματογραφιστής είναι γνωστός και ως σκηνοθέτης όπερας, σε παραγωγές που παρουσιάστηκαν στη Γερμανία, στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ και στη Σκάλα του Μιλάνου. Μολονότι απέσπασε […]
Ο Βέρνερ Χέρτζοκ συγκαταλέγεται στις μορφές του ευρωπαϊκού σινεμά. Έχοντας δική του εταιρεία παραγωγής από το 1963, κατάφερε να γράφει, να σκηνοθετεί και να χρηματοδοτεί τις ταινίες του, ενώ πέρα από κινηματογραφιστής είναι γνωστός και ως σκηνοθέτης όπερας, σε παραγωγές που παρουσιάστηκαν στη Γερμανία, στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ και στη Σκάλα του Μιλάνου. Μολονότι απέσπασε διεθνή βραβεία, δεν έγινε ευρέως γνωστός, τουλάχιστον όχι τόσο όσο ο Μπέργκμαν ή ο Ταρκόφσκι. Στη χώρα μας το όνομά του ακούστηκε κυρίως τη δεκαετία του 1970. Το έργο του κινείται γύρω από το δίπτυχο άνθρωπος/φύση και μεταφράζεται σε ταινίες σπάνιας ομορφιάς (με ήρωες που οδηγούνται από πάθη και συνήθως ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια), καθώς και σε θαυμάσια ντοκιμαντέρ. Η «Συλλογή Χέρτζοκ» μας δίνει την ευκαιρία να δούμε ξανά ή να αποκτήσουμε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές δημιουργίες του. Στη μια ομάδα ανήκουν τα αριστουργήματα: Ο μύθος του Δράκουλα (ένας «Νοσφεράτου»-ύμνος στο γερμανικό εξπρεσιονισμό), συναντά το μυστικό που κρύβει ένα χωριό της Βαυαρίας του 18ου αιώνα («Καρδιά από Γυαλί»), ενώ τρεις ήρωες, ο στρατιώτης Βόιτσεκ, ο άπληστος Αγκίρε και ο μεγαλομανής Φιτζκαράλντο, συμπληρώνουν την πεντάδα των must have. Τα ντοκιμαντέρ είναι μια ξεχωριστή κατηγορία. Έχουν θέμα τον Δαλάι Λάμα («Ο Τροχός του Χρόνου»), τη Σαχάρα («Φάτα Μοργκάνα», μαζί με το «Μάθημα του Σκότους» σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ) και τον εκλιπόντα Κλάους Κίνσκι («Ο Καλύτερός μου Εχθρός»). Καθένα τους χαρακτηρίζεται άλλοτε από την ομορφιά των τοπίων και άλλοτε από την προσέγγιση που επιχειρεί στο εκάστοτε θέμα ο ίδιος δημιουργός. Στην τρίτη κατηγορία θα τοποθετούσαμε τις λιγότερο γνωστές ταινίες. Τα οικολογικών αναζητήσεων «Πράσινα Μυρμήγκια», τον «Κάσπαρ Χάουζερ» (ένας άνθρωπος που αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους άλλους), τον «Στρότσεκ» (σκληρή κριτική στο αμερικανικό όνειρο) και την ιστορία του κακοποιού Κόμπρα Βέρντε. Όλες οι ταινίες διαθέτουν αναμορφικό κάδρο, εκτός από όσες γυρίστηκαν με αναλογία πλευρών 1,37:1 (τετράγωνο). Οι μπάντες είναι ως επί το πλείστον μονοφωνικές. Οι κόπιες είναι καινούργιες και η ποιότητα της εικόνας είναι ανάλογη του πρωτότυπου υλικού. Ως γνωστόν, αφενός στις περισσότερες παραγωγές ο Χέρτζοκ είχε προβλήματα χρηματοδότησης και αφετέρου η λαμπερή, «χολιγουντιανή» εικόνα ήταν έξω από τις προθέσεις του δημιουργού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μπάντες με τα σχόλια του σκηνοθέτη (υποτιτλισμένες στα ελληνικά), στις οποίες ο Χέρτζοκ μιλά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γυρίστηκε καθεμιά από τις ταινίες του.