37

Με τη δυναμική που έδωσε η προοπτική ένταξης της Λευκωσίας στην ΕΕ, το Κυπριακό βρέθηκε το 2003 σε «απόσταση αναπνοής» από τη λύση.

Στις 16 Απριλίου, ο Κύπριος πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος υπέγραψε στη Στοά Αττάλου, στο Συμβούλιο Κορυφής της Αθήνας, τη συμφωνία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τους ηγέτες των άλλων εννέα υπό ένταξη χωρών.

Ιστορικός σταθμός στην πορεία της Κύπρου, η ένταξη στην ΕΕ είχε ήδη θέσει σε νέα βάση τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας και του κατοχικού καθεστώτος υπό τον Ραούφ Ντενκτάς.

Η διεθνής κοινότητα ασκούσε εντατικές πιέσεις από την προηγούμενη χρονιά, προς την κατεύθυνση της αποδοχής του σχεδίου Ανάν, με καταληκτική ημερομηνία την 28η Φεβρουαρίου, ώστε να πραγματοποιούσαν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι ξεχωριστά δημοψηφίσματα, επί του σχεδίου το οποίο είχε εν τω μεταξύ δεχθεί τροποποιήσεις.

Οι προσπάθειες του ΟΗΕ κορυφώθηκαν με την επίσκεψη του ΓΓ του ΟΗΕ σε Αθήνα, Αγκυρα και Λευκωσία, λίγα εικοσιτετράωρα πριν λήξει η ανωτέρω προθεσμία. Ο Κόφι Ανάν έδωσε μία τελευταία ευκαιρία στον Τ.Παπαδόπουλο -ο οποίος αντικατέστησε στην προεδρία τον Γλ.Κληρίδη μετά τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου- και τον Ραούφ Ντενκτάς να τοποθετηθούν επί του σχεδίου του. Το ραντεβού δόθηκε στη Χάγη, για τις 10 Μαρτίου. Η Λευκωσία δέχθηκε να θέσει το σχέδιο σε δημοψήφισμα υπό κάποιους όρους, οι οποίοι αφορούσαν το νομοθετικό πακέτο του σχεδίου, ενώ ο Ραούφ Ντενκτάς το απέρριψε προτού καν μεταβεί στη Χάγη, όπου πήγε απλώς για να ανακοινώσει την απόφασή του.

Από το σημείο αυτό και μετά οι προσπάθειες του ΟΗΕ διεκόπησαν, ο επί σειρά ετών ειδικός εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα για το Κυπριακό Αλβαρο Ντε Σότο αποσύρθηκε από τις διαπραγματεύσεις, ενώ η έκθεση του Κόφι Ανάν επέρριπτε ευθύνες στον Ραούφ Ντενκτάς για την αποτυχία των συνομιλιών.

Σε μία προσπάθεια να αποδείξει ότι δεν είναι η πλευρά που εμποδίζει τη λύση ο Ραούφ Ντενκτάς άνοιξε στις 23 Απριλίου την Πράσινη Γραμμή. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι ξανάσμιξαν, έπειτα από 29 χρόνια, και επισκέφθηκαν τα σπίτια τους και την πατρική τους γη.

Το Κυπριακό μπήκε πλέον σε ευρωπαϊκή τροχιά, γεγονός που ενόχλησε τόσο το κατοχικό καθεστώς στη Μεγαλόνησο, όσο και την Αγκυρα, η οποία για κάποιο διάστημα επέδειξε μία στάση που προκαλούσε σύγχυση. Η νεοεκλεγείσα ισλαμιστική κυβέρνηση (από τον Νοέμβριο του 2002) έστειλε αρχικά αισιόδοξα μηνύματα ότι η Τουρκία επιλέγει μία πιο διαλλακτική στάση στο Κυπριακό. Οι ελπίδες όμως σύντομα εξανεμίστηκαν, όταν ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άρχισε με δηλώσεις του να επαναλαμβάνει τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις στην Κύπρο, εξέλιξη που ερμηνεύτηκε από αναλυτές ως ένδειξη ότι υπέκυψε στις πιέσεις των «γερακιών» της Αγκυρας, που στήριζαν αναφανδόν τον Ραούφ Ντενκτάς και την πολιτική της κατοχής.

Η προοπτική της ΕΕ ωστόσο ενεθάρρυνε την τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση που οργάνωσε στα κατεχόμενα μαζικά συλλαλητήρια υπέρ της λύσης και της ένταξης και κατήλθε δυναμικά στις «εκλογές» της 14ης Δεκεμβρίου. Νικητής των εκλογών αναδείχθηκε το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, το οποίο όμως δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στην «βουλή» του ψευδοκράτους. Έτσι, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ αναγκάστηκε να συνεργαστεί με το Δημοκρατικό Κόμμα του γιου του Ραούφ Ντενκτάς, Σερντάρ, για να σχηματίσει νέα κατοχική κυβέρνηση. Με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκαν οι ελπίδες για ανάληψη της τουρκοκυπριακής ηγεσίας από τις δυνάμεις εκείνες που επιζητούσαν λύση του Κυπριακού και συγκεκριμένα τη συμμαχία των Μεχμέτ Αλί Ταλάτ με τον Μουσταφά Ακιντζί.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ