Στους «Διαλόγους» του Σεφέρη με τον Τσάτσο αναφέρεται ο Μάνος Χατζιδάκις στο προ ολίγου δημοσιευθέν άρθρο μας για εκείνον. Ήταν, βλέπετε, δύο από τους καθ’ ομολογίαν πνευματικούς δασκάλους του, μεγάλοι και εκλεκτοί Έλληνες στους οποίους ο Μάνος «λογοδοτούσε» κατ’ επιλογήν του.
Από τους γονιμότατους αυτούς «Διαλόγους» των ετών 1938-1939, και ειδικότερα από το δοκίμιο του Γιώργου Σεφέρη«Διάλογος πάνω στην ποίηση», προέρχεται το ακόλουθο απόσπασμα:
[…] Είναι στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου ένας μικρός πίνακας του Θεοτοκόπουλου, μια προσωπογραφία αγίου που δεν είναι πιο ψηλή από τριάντα εκατοστά του μέτρου. Πέρασαν περισσότερα από δέκα χρόνια από την εποχή που την είδα για πρώτη φορά. Δεν μπορώ να λησμονήσω τη συγκλονιστική εντύπωση «ελληνισμού» που μου είχε δώσει αυτό το πάρεργο του μεγάλου τεχνίτη. Θυμούμαι ακόμη τώρα δυο πινελιές στους ώμους. «Σαν κρητικοί δεκαπεντασύλλαβοι» συλλογίστηκε ο φίλος που ήταν μαζί μου· ήμασταν νέοι. Τον ελληνικό ελληνισμό, κάποτε οι καλύτεροι από εμάς τον διαισθάνονται: «σοφοί δε προσιόντων». Αλλά θα πρέπει να γίνουνε πολλά άξια έργα, να δουλέψουνε πολλοί μικροί και να πραγματοποιήσουνε πολλοί μεγάλοι, για να μπορέσουμε να πούμε πως διακρίνουμε κάπως καθαρά τη φυσιογνωμία του. Γιατί ο ελληνισμός αυτός θα αποχτήσει μια φυσιογνωμία, όταν αποχτήσει μια φυσιογνωμία πνευματική η σημερινή Ελλάδα. Και θα έχει ακριβώς για χαρακτηριστικά τη σύνθεση των χαρακτηριστικών των αληθινών έργων που θα έχουν γίνει από τους Έλληνες. Στο μεταξύ, ας θυμίσουμε στους νέους πως αν ο δημοτικισμός είναι για μας ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της Φυλής, είναι γιατί, πριν απ’ όλα, συμβολίζει την πρώτη ομαδική στροφή της προς την αλήθεια. Κι ας τους συμβουλεύουμε να γυρεύουν την αλήθεια, καθώς έκαναν οι πρώτοι δημοτικιστές, όχι ρωτώντας πώς να είναι Έλληνες, αλλά πιστεύοντας πως αφού είναι Έλληνες, τα έργα που πραγματικά θα γεννήσει η ψυχή τους δεν μπορεί να μην είναι ελληνικά.
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Αν έχω δίκιο, όλο το ζήτημα είναι πόσο βαθιά και πόσο αληθινά ο Έλληνας θα ατενίσει τον εαυτό του και τη φύση του που δεν μπορεί να μην είναι μέσα στη μεγάλη φύση, την ελληνική. Κι εδώ βέβαια οι δρόμοι είναι σκοτεινοί, μήτε φελάν (σ.σ. ωφελούν, χρησιμεύουν) οι συνταγές. Θα ήθελα όμως, πριν τελειώσω, να μου δοθεί η άδεια ν’ αναφέρω το λόγο του Alain (σ.σ. ψευδώνυμο του Émile-Auguste Chartier, 1868-1951, διάσημου γάλλου στοχαστή, καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα) που μου φαίνεται πολύ διαφωτιστικός. «Η ένωση του ποιητή με τη φύση» γράφει «βρίσκεται αλλού, εκεί που εξαρχής κανένας δε θα τη γύρευε· σ’ αυτή την υποταγή στους νόμους της ίδιας του φωνής, της ίδιας του ανάσας, του ίδιου βήματός του που είναι και τα δικά μας… Αντίθετα, ένας στιχοπλόκος προσπαθεί να περιγράψει και δεν παρουσιάζει τίποτε. Μάταια αντιγράφει τα πράγματα, μάταια αντιγράφει και τις ιδέες του ακόμη, και τα συναισθήματά του. Γιατί η μορφή τότε προέρχεται από σκέψεις· δεν είναι ποίηση· είναι βιομηχανία… Η ειλικρίνεια που ανήκει στον ποιητή δεν είναι διόλου μέσα στο πνεύμα του, αλλά πολύ περισσότερο στην εμπιστοσύνη που δίνει ολόκληρη στην ίδια του τη φύση την τυφλή, που εναρμονίζεται με τη μεγάλη φύση μ’ ένα είδος πορείας ή χορού…»
Μ’ αυτή την ίδια εμπιστοσύνη θα είναι ελληνικός.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Γιώργος Σεφέρης στο Λίβανο τον Ιούλιο του 1955 (πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο Σεφέρη/ΜΙΕΤ).
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 17μελή Χορό.