Δευτέρα 06 Ιουλίου 2026
weather-icon 30o
Μάριος Χάκκας: Κόντρα στο ρολόι

Μάριος Χάκκας: Κόντρα στο ρολόι

«Δε θέλω έλεος, Θεέ μου...»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Στις 5 Ιουλίου 1972 έφυγε από τη ζωή ο λογοτέχνης Μάριος Χάκκας, νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία 41 μόλις ετών.

Ο γεννημένος στη Μακρακώμη της Φθιώτιδας Χάκκας καθιερώθηκε ως δημιουργός με τη συλλογή διηγημάτων «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες» (1970), ένα είδος θραυσματικής αυτοβιογραφίας του συγγραφέα, που σε αρκετά σημεία φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό.


Όπως έπραξαν και άλλοι αριστεροί συγγραφείς της ίδιας εποχής (Τσίρκας, Αλεξάνδρου κ.ά.), ο Χάκκας άσκησε με τα γραπτά του κριτική όχι στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά στο δογματισμό των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.

Τη μνήμη του Χάκκα, έντεκα χρόνια μετά το θάνατό του, είχε τιμήσει με ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, δημοσιευμένο στα «Νέα» στις 23 Ιουλίου 1983, ο Κώστας Σταματίου.


«ΤΑ ΝΕΑ», 23.7.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, κριτικός (κινηματογράφου και βιβλίου) και μεταφραστής (1929-1991) είχε γράψει για τον καισαριανιώτη (με καταγωγή πάντως από τη Μακρακώμη Φθιώτιδας) λογοτέχνη τα εξής:


Ζητάω συγγνώμη αν, ενδεχομένως, σας χαλάω τη διάθεση των διακοπών, μιλώντας σήμερα για έναν άγρια πεθαμένο συγγραφέα, τον Μάριο Χάκκα. Η γενιά του Ανένδοτου, η γενιά της Δικτατορίας, θα θυμούνται πως το ψηλό παλικάρι απ’ την Καισαριανή δεν πρόφτασε καλά-καλά να πάρει τη θέση του στη λογοτεχνία και το πήρε ο Χάρος νωρίς-νωρίς. Καρκίνος. Ετών μόλις 41.

Όμως μιλάω για τον Μάριο Χάκκα καλοκαιριάτικα γιατί συμπληρώθηκαν προχτές έντεκα χρόνια που ησύχασε, και γιατί μόλις κυκλοφόρησαν τα μάλλον οριστικά «Άπαντά» του (εκδ. «Κέδρος», σελ. 629), κι ακόμη γιατί, στο κάτω-κάτω, πιστεύω πως η άμεση και ζωντανή γραφή του και το καταλυτικό χιούμορ του μπορούν άριστα να κρατήσουν συντροφιά στον καλοκαιρινό αναγνώστη. (Γιατί πρέπει αναγκαστικά η χαλάρωση των διακοπών να μας κάνει και τελείως χαζοχαρούμενους; Τι αποκλείει να συνδυαστεί η απόλαυση της θάλασσας ή μιας δροσερής νησιώτικης βραδιάς μ’ ένα στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα; Κι ο Χάκκας από ανθρώπινα κι από ελληνικά περιστατικά εβίωσε και κατέγραψε πλήθος. Με τρόπον ευτράπελο, σχεδόν πάντα, εγγυημένα ερεθιστικό για κάθε ξύπνιο κι ανήσυχο μυαλό.)


Να θυμίσω για τους νεότατους, λακωνικά, τους σταθμούς του σύντομου περάσματος του Μ. Χ. απ’ αυτόν το μάταιο κόσμο.

Καταγωγή: Μακρακώμη Φθιώτιδας. Γέννηση: 1931. Μετανάστευση το ’35 στην Αθήνα. Καισαριανή. Προσφυγικά. Δωμάτιο και κουζίνα. Στην Κατοχή, μαθητής. Τελειώνοντας το γυμνάσιο θα πάει εθελοντής νοσοκόμος στη Γυάρο. Κοντά στους κρατουμένους. Επιστρέφοντας, θα πετύχει στον ΟΤΕ. Δε θα προσληφθεί «λόγω φρονημάτων».

1952: Μπαίνει στην Πάντειο, γράφει ποιήματα, δουλεύει σ’ αριστερές οργανώσεις. Θα τον πιάσουν παραμονή Πρωτοχρονιάς του ’54 να μοιράζει «ανατρεπτικές» προκηρύξεις στη γειτονιά του. Κυβέρνηση Παπάγου (και Παναγιώτη Κανελλόπουλου), παραπέμπεται για… «εσχάτη προδοσία» και «απόσπαση τμήματος της Επικρατείας», τέσσερα (4) χρόνια φυλακή. Κλειστή. Για κάτι προκηρύξεις!


«Φυσικά», θα γράψει αργότερα, «η απόφαση βγήκε από κάτι αγριλοκούς (στα κορακίστικά μου κωλόγερους), που με βλέπανε ψηλά από την έδρα σα μύγα, κι ίσως εκδικιόνταν τα νιάτα μου, όμως τόθελε κι ο οργανισμός μου λιγάκι, το τραβούσε, που λένε, το αίμα μου.

Πάντως, άσχετα αν το τραβούσε ο οργανισμός μου, εκείνα τα καθίκια δεν έπρατταν καλά να μοιράζουν τα χρόνια σάμπως κουλούρια…»

Στη φυλακή —τόχω ξαναπεί πως περάσαμε μαζί στα Βούρλα (σ.σ. φυλακές στη Δραπετσώνα) κοντά έξι μήνες—ο Μάριος διάβασε. Πολύ. Τα πάμπολλα βιβλία που υπήρχαν στην ακτίνα των πολιτικών κρατουμένων. Κι ακόμη γλώσσες. Γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά. (Στα πρώτα τον είχα μαθητή.) Προχωρούσε και σε μεταφράσεις. Για άσκηση.


Το ’58 βγήκε. Φαντάρος. Μουλαράς — «λόγω φρονημάτων». Το ’60 πολίτης. Ανεπάγγελτος. Δουλειές του ποδαριού και ΕΔΑ. Και Ανένδοτος. Το ’61 παντρεύεται. Πάλι σ’ ένα δωμάτιο. Στο Βύρωνα. Φτώχεια αλλά και κέφι. Και γράψιμο. Το ’65 θα τυπώσει την πρώτη, και μόνη, ποιητική του συλλογή. «Όμορφο καλοκαίρι». Μια γεύση από τη «Νεκρώσιμη Ακολουθία». Ήδη…

Εβδομάς προλήψεως ατυχημάτων
ψυχικών βεβαίως, δηλαδή
πώς θα πατάμε στην καρδιά
ανώδυνα και μαλακά
χωρίς τραντάγματα
και περιττούς μελοδραματισμούς. 

Γέμισαν οι παραλίες ψόφια γατιά
οι δρόμοι ξεκοιλιασμένους σκύλους. 

Μα πού θα πάει αυτή η κατάσταση;
Τώρα τελευταία μάλιστα
άρχισαν ν’ αυτοκτονούνε τ’ αστέρια.
Και τα σκοτάδια πλήθυναν
έτσι που κουτουλάμε
σε πεθαμένα δένδρα.

Ευτυχώς έμειναν οι πυγολαμπίδες — 
ν’ αναβοσβήνουν παρήγορα
σαν τα φανάρια της τροχαίας
μετά τα μεσάνυχτα.

Δεν είναι μεγάλη ποίηση. Μαρτυράει, όμως, ένα κατασταλαγμένο μυαλό, μια συνείδηση του κόσμου, μιαν ωριμότητα. Ωστόσο, το πεδίο του Χάκκα θα ήταν η πεζογραφία. Το κατάλαβε έγκαιρα και σ’ ένα χρόνο —κείνον της Αποστασίας— παρουσίασε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του. «Τυφεκιοφόρος του Εχθρού» (1966). Ήδη είχαν αρχίσει να του ζητάνε γραφτά του από τα περιοδικά. Ήδη είχε αρχίσει να εξασφαλίζει και μια μικρή, ελάχιστη οικονομική άνεση από διάφορες δουλειές, μικροεμπόρια.

Έτσι, όμως, είναι πάντα η Ελλάδα. Δεν προφταίνεις να πεις «Δόξα σοι ο Θεός» και πλακώνουν οι καταστροφές: 21η Απριλίου. Και νέα σύλληψη. Και κράτηση στο Τμήμα, στο Παγκράτι. Το χειρότερο: το ’69 θα εκδηλωθεί η μοιραία αρρώστια…


Γράφει. Με κάθε καινούριο διήγημα σιγουρεύεται όλο και περισσότερο. Θέλει ν’ ανοίξει φτερά. Να περάσει στο μεγάλο χρονικό, στο μυθιστόρημα. Διαπιστώνει τις δυσκολίες:

«Τα γραφτά μου», λέει ο ίδιος, «μικρά σαν κουτσουλιές. Στη δεύτερη, το πολύ στην τρίτη σελίδα εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω, δεν έρχονται οι φράσεις και τα νοήματα γατάκια πεταμένα σε σκουπιδότοπο. Οπότε τους βάζω ένα όποιο τέλος και πάω γι’ αλλού. Άλλες ιστορίες κουβαριάζονται μέσα μου, αρπάζω το νήμα κι αρχίζω να ξετυλίγω, ώσπου πάλι κόβεται. Ίσως να τραβάω απότομα. Τ’ αφήνω έτσι όπως βγαίνουν, αποσπάσματα μισοτεμαχισμένης ψυχής, με αποτέλεσμα να μην μπορώ μέχρι σήμερα να γράψω ένα μεγάλο κομμάτι, κάτι σα χρονικό…»


Ο «Μπιντές και άλλες ιστορίες», που θα κυκλοφορήσει στην καρδιά της Χούντας (1970), θα ξαφνιάσει, θα καθιερώσει τον πεζογράφο Χάκκα, που ήδη έχει δώσει ένα πετυχημένο μικρό θεατρικό, που έδειχνε πως και στο σκηνικό χώρο θα μπορούσε να κινηθεί με άνεση.


Όμως, είναι πια αργά. Έχει μεσολαβήσει η μετάσταση του κακού στους πνεύμονες, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Κι ένας αγώνας διπλός: στους γιατρούς, μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα, για μια παράταση, για μια «στασιμότητα», κόντρα στο λευκό χαρτί από την άλλη. Σκοπός όσης ζωής απομένει θα είναι πια το γράψιμο.

Και γράφει θέατρο, και γράφει αφηγήματα, που γίνονται όλο και πιο προσωπικά, πιο άμεσα εξομολογητικά, εδώ και τώρα πρέπει να ειπωθούν όλα, αναβολή δε χωράει. Σαν τους ποδηλάτες πριν από το τέρμα, πάει κόντρα στο ρολόι — και φωνάζει στο ρυθμό των βιβλικών ψαλμών την απελπισία του:

Δε θέλω έλεος, δε θέλω έλεος, Θεέ μου…
Γιατί δεν έχω ανομήματα να εξαλείψεις
ανομίες να μου ξεπλύνεις
κι αμαρτίες να μου καθαρίσεις.

Εγώ πρώτος θα γνώριζα τις ανομίες μου
και τις αμαρτίες μου κι αυτές
θα με καταδίκαζαν στα μάτια μου για πάντα.

Κανέναν, κανέναν δεν έβλαψα και τίποτε το
πονηρό σε βάρος άλλου δεν έπραξα έτσι που
να δικαιώσω τα λόγια σου και να δεχτώ την 
κρίση σου… Ραντίστε με τη ρίγανη και της 
μυρτιάς το σπόρο, του θυμαριού τη σκόνη, τη
μούχλα του βουνού κι ίσως καθαριστώ κι ίσως
ακόμα γίνω πιο άσπρος απ’ το χιόνι.

Ακούω μουσικές κι ευφραίνομαι, τα κουρασμένα
κοκκαλάκια μου αγάλλονται.

Κοίταξε, κοίταξε στο πρόσωπό μου καθρεφτίζεται
η καθαρή μου καρδιά κι από μέσα βαθιά
μου αναδύεται το ντόμπρο μου πνεύμα.

Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άφησέ
με να δω και πέρα απ’ αυτό.

Μάταιος σπαραγμός. Όταν κυκλοφορήσει το τελευταίο του συγκλονιστικό βιβλίο, το τόσο προσωπικό «Κοινόβιο» (Ιούλης 1972), ο συγγραφέας δε θα υπάρχει πια.

Τώρα, 11 χρόνια αργότερα, η δύναμη της γραφής του Χάκκα, η κρουστή ζωντάνια του λόγου του, προσωπικά τουλάχιστον, μου ’καναν ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση. Να πω ότι χάσαμε ένα μεγάλο ζωγράφο αθηναϊκών ηθών και καταστάσεων, έναν ευφάνταστο γεννημένο παραμυθά; Να πω πως μας λείπει από τότε ο μεγάλος διηγηματογράφος; Είναι αυτή τουλάχιστον η δική μου αίσθηση.


Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Μάριος Χάκκας διά χειρός του ζωγράφου Τάκη (Παναγιώτη) Σιδέρη (πηγή: «ΤΑ ΝΕΑ», 23.7.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Δευτέρα 06 Ιουλίου 2026
Cookies