Κυβέρνηση ιδιωτικών συμβούλων
Την περίοδο από το 2017 έως το 2019, το Δημόσιο κατέβαλε περίπου 22,8 εκατομμύρια ευρώ σε συμβουλευτικές εταιρείες. Από το 2019 έως το 2025 το ποσό ξεπέρασε το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ.
«Από σήμερα αλλάζει πλήρως το μοντέλο διακυβέρνησης. Κάθε υπουργός λαμβάνει έναν (σ.σ: μπλε) φάκελο με το στρατηγικό σχέδιο του τομέα του, όπου περιγράφονται οι κεντρικοί στόχοι, τα χρονοδιαγράμματα, οι ομάδες έργου και η υποστήριξη που θα χρειαστεί. Σχεδιάζουμε, υλοποιούμε και αξιολογούμε τις πολιτικές μας με έναν και μόνο στόχο: να κάνουμε τη ζωή των πολιτών καλύτερη». Αυτή ήταν η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τρεις ημέρες μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου που τον ανέδειξαν πρωθυπουργό. Την ανάρτηση συνόδευαν πλάνα με τους περιλάλητους μπλε φακέλους, το σύμβολο μιας νέας, υποτίθεται, εποχής διακυβέρνησης.
Στην πρώτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ο πρωθυπουργός υποσχόταν αλλαγή μοντέλου διοίκησης. Μιλούσε για «δημιουργική σύνθεση» πολιτικών και τεχνοκρατών. Αναφερόταν επίσης σε ένα ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης της προόδου των κυβερνητικών έργων και στους απαραίτητους συνδέσμους κάθε υπουργείου με τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης. Τότε, κανενός το μυαλό δεν πήγε σε άλλου τύπου «ιδιωτικά» συστήματα παρακολούθησης. Συστήματα που, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, φέρονται να παρακολουθούσαν το μισό υπουργικό συμβούλιο, την ηγεσία του στρατεύματος και πρόσωπα σε θέσεις-κλειδιά.
Κατά μια σχεδόν διαβολική σύμπτωση, την προηγούμενη ημέρα της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου εκδόθηκε το 81ο Προεδρικό Διάταγμα. Με το άρθρο 5, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών υπαγόταν πλέον απευθείας στον πρωθυπουργό. Η σύμπτωση μοιάζει ακόμη πιο διαβολική, υπό το φως όσων αποκαλύφθηκαν αργότερα στη δικαστική διαδικασία στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν εκεί, συχνά οι στόχοι του κακόβουλου λογισμικού συνέπιπταν με τις νομιμοφανείς παρακολουθήσεις της ΕΥΠ για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Ας επιστρέψουμε όμως στους μπλε φακέλους.
Εκείνους τους μπλε φακέλους που συμβόλιζαν τη στροφή στον τεχνοκρατισμό. Στα απτά ποτελέσματα. Στην αριστεία. Στην επιστροφή στη θεσμικότητα. Σε μια κυβέρνηση που θα αντιμετώπιζε τη διακυβέρνηση της χώρας σχεδόν σαν εταιρική διοίκηση. Αυτό που δεν είχε ειπωθεί και μάλλον δεν είχε γίνει αντιληπτό, ήταν ότι η διακυβέρνηση δεν θα λειτουργούσε απλώς με όρους εταιρικής αποτελεσματικότητας, αλλά ότι η χάραξη και η υλοποίηση της πολιτικής θα δινόταν απευθείας σε εταιρείες συμβούλων.
Ενδεικτικό είναι ότι σύμφωνα με την έρευνα της πλατφόρμας Vouliwatch και του Solomon, πρόκειται πλέον για μια εκτεταμένη ανάθεση της χάραξης αλλά και της υλοποίησης πολιτικών σε ιδιωτικούς συμβούλους. Η λεγόμενη «συμβουλοκρατία», όπως τη χαρακτηρίζει η έρευνα, φαίνεται να ανθεί τα τελευταία χρόνια. Από το 2021 και μετά, οι συμβάσεις με εταιρείες συμβούλων εκτοξεύονται.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Την περίοδο από το 2017 εως το 2019, το Δημόσιο κατέβαλε περίπου 22,8 εκατομμύρια ευρώ σε συμβουλευτικές εταιρείες. Από το 2019 έως το 2025 το ποσό ξεπέρασε το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ.
Η μελέτη χιλιάδων δημοσίων συμβάσεων δείχνει όχι μόνο το εύρος της εξάρτησης του Δημοσίου από ιδιωτικούς συμβούλους, αλλά και ότι συγκεκριμένες εταιρείες φαίνεται να αποκτούν ουσιαστικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Μόλις το 1% των εταιρειών απορροφά περίπου το μισό των χρημάτων. Παράλληλα, οι δύο στις τρεις αναθέσεις δίνονται απευθείας. Οι δαπάνες αυξάνονται με εκρηκτικό ρυθμό. Από 3,4 εκατομμύρια ευρώ το 2017 και 7,2 εκατομμύρια το 2019, φτάσαμε στα 222 εκατομμύρια το 2023. Το ποσό εκτοξεύθηκε στα 597 εκατομμύρια το 2024 και στα 585 εκατομμύρια το 2025.
Με άλλα λόγια, η σχετική δαπάνη αυξήθηκε περίπου 80 φορές μέσα σε επτά χρόνια. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο δημοσιονομικό, είναι κυρίως θεσμικό. Όταν ιδιωτικές εταιρείες αναλαμβάνουν τον στρατηγικό κι οργανωτικό σχεδιασμό δημόσιας πολιτικής, προκύπτουν προφανή ζητήματα λογοδοσίας και διαφάνειας. Παράλληλα όμως συντελείται και μια βαθύτερη μετατόπιση που δεν είναι άλλη από τη μεταφορά της πραγματικής εξουσίας από το κράτος στους ιδιώτες.
Κι όλα αυτά συχνά παρουσιάζονται με το επιχείρημα της μείωσης της γραφειοκρατίας. Στην πράξη όμως, η υπόσχεση του τεχνοκρατισμού μοιάζει να οδηγεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση, που είναι συνειδητή στροφή προς ένα μοντέλο έντονης ιδιωτικοποίησης της δημόσιας λειτουργίας.
Όταν ρωτήθηκε σχετικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ακολούθησε μια γνώριμη τακτική. Αντί να σχολιάσει τα ευρήματα της έρευνας, επέλεξε να επιτεθεί στους ερευνητές, χαρακτηρίζοντας την έρευνα αναξιόπιστη και μεθοδολογικά εσφαλμένη. Είναι μια στάση που έχει επαναλάβει πολλάκις ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Κάθε φορά που μια μελέτη ή μια διεθνής αξιολόγηση φέρνει δυσάρεστα ευρήματα για τη χώρα, η απάντηση είναι η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της.
Άλλωστε, χαρακτηριστική ήταν και η αντίδραση όταν η Ελλάδα βρέθηκε στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα. Αντί να συζητηθεί το περιεχόμενο της αξιολόγησης, αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του οργανισμού, ενός οργανισμού που αποτελεί συνομιλητή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ίσως τελικά και αυτή η στρατηγική να είναι μέρος του σχεδίου. Ίσως έτσι τον συμβούλευσαν οι εταιρείες.
- Κυβέρνηση ιδιωτικών συμβούλων
- Η μάχη του χεριού: Είναι οι αριστερόχειρες πιο ανταγωνιστικοί;
- Αίθριος ο καιρός την Παρασκευή – Έως τους 19 βαθμούς η θερμοκρασία
- Από τον Απρίλιο το νέο επίδομα ανεργίας – Έως 1.295 ευρώ
- Η Ιταλία αγόρασε σπάνιο πορτρέτο του Καραβάτζιο για 30 εκατ. ευρώ – Θα εκτεθεί στο Παλάτσο Μπαρμπερίνι
- Η επιστήμη ξέρει αν προτιμάμε την αλήθεια ή το ψέμα








