Έλληνες,

Η αρετή της δημοκρατίας είναι η αλήθεια. Διότι εις την δημοκρατίαν ο λαός αποφασίζει διά την τύχην του. Και διά να αποφασίση ορθά, πρέπει να έχη εκάστοτε σαφή εικόνα της πραγματικότητος. Αυτήν την εικόνα θα επιχειρήσω να σας δώσω απόψε.

Γνωρίζετε τας συνθήκας υπό τας οποίας ανέλαβα την ευθύνην της διακυβερνήσεως της χώρας. Όπως εγνώριζα και εγώ τας δραματικάς δυσχερείας τας οποίας εκαλούμην να αντιμετωπίσω. Παρά ταύτα, απεδέχθην την ευθύνην αυτήν, διότι μου την επέβαλεν ιστορικόν χρέος. Εκαλούμην να περισώσω ό,τι ήτο δυνατόν να περισωθή.

Ανέλαβα, πράγματι, το βαρύ και άχαρι αυτό έργον, ευρισκόμενος ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων. Τα ενθυμείσθε όλοι, διότι και πρόσφατα είναι και δεν εξαλείφονται εύκολα από την εθνικήν μνήμην. Την 15ην Ιουλίου το δικτατορικόν καθεστώς επεχείρησε το άφρον πραξικόπημα της Κύπρου. Οι Τούρκοι, επωφελούμενοι του σφάλματος αυτού, επραγματοποίησαν την 20ήν του μηνός απόβασιν με ισχυράς δυνάμεις εις την αναστατωμένην μεγαλόνησον.

Η αντίστασις της Εθνικής Φρουράς υπήρξε κατά τας πρώτας δύο ημέρας αξιοθαύμαστη. Αι μαχόμεναι όμως σκληρώς εθνικαί δυνάμεις δεν ήτο δυνατόν να ενισχυθούν από την Ελλάδα. Έτσι ευρέθησαν τελικώς εις αδυναμίαν να απωθήσουν τους εισβολείς. Οι υπεύθυνοι τότε εις τας Αθήνας ηναγκάσθησαν να υποκύψουν εις την τραγικώς διαμορφωθείσαν κατάστασιν. Την 22αν Ιουλίου απεδέχθησαν εκεχειρίαν και εν συνεχεία την πρόσκλησιν συμμετοχής εις την Διάσκεψιν της Γενεύης.

Η Κυβέρνησίς μου, η οποία ωρκίσθη την 24ην Ιουλίου, ευρέθη ευθύς εξ αρχής δεσμία των τετελεσμένων αυτών γεγονότων. Δεν είχεν άλλην εκλογήν παρά να δώση την μάχην εις τον διπλωματικόν τομέα. Την έδωσε με σθένος και μεθοδικότητα. Και επέτυχε να μεταστρέψη υπέρ των ελληνικών θέσεων την διεθνή κοινήν γνώμην.

Την μεταστροφήν αυτήν ησθάνθη ως πλήγμα η Τουρκία. Κατεχομένη από τον πειρασμόν να εκμεταλλευθή την ευκαιρίαν, που της είχε προσφέρει το καταλυθέν καθεστώς, ήρχισε τας παραβιάσεις. Παρεβίασεν όχι μόνον το διεθνές δίκαιον, όχι μόνον την απόφασιν του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά και τας αποφάσεις τας οποίας η ιδία υπέγραψεν εις την Γενεύην. Και επεδόθη εις τας αθλιότητας αυτάς με την ανοχήν εκείνων που ώφειλαν και ηδύναντο να την αναχαιτίσουν.

Αι αθλιότητες αυταί απεκορυφώθησαν κατά τας δύο τελευταίας ημέρας. Η Τουρκία επρότεινε τελεσιγραφικώς ένα σχέδιον διά την Κύπρον — σχέδιον λογικώς, ηθικώς και εθνικώς απαράδεκτον. Και καθ’ ον χρόνον δήθεν συνεζήτει επ’ αυτού εις την Γενεύην, εξαπέλυεν απρόκλητον επίθεσιν εις την μαρτυρικήν μεγαλόνησον.

Η κατακραυγή διά την θρασείαν αυτήν συμπεριφοράν της Τουρκίας είναι σήμερα διεθνής. Αλλά διά την Ελλάδα ετέθη άμεσον και μέγα δίλημμα: Πρέπει να αντιδράση με βίαν εις την βίαν, με δολιότητα εις την δολιότητα; Πρέπει να προσφύγη και αυτή εις τον νόμον της ζούγκλας;

Έλληνες,

Η πολιτική που ηκολούθησα ενώπιον αυτής της καταστάσεως δεν συμβιβάζεται ούτε με τον χαρακτήρα μου ούτε με την ιστορίαν μου. Την επέβαλεν όμως αδήριτος εθνική ανάγκη. Και ώφειλα να έχω το θάρρος να πράξω εκείνο το οποίον επέτασσεν η ιστορική στιγμή.

Η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις την Κύπρον καθίστατο αδύνατος και λόγω αποστάσεως και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος.

Εις το σημείον τούτο θα ήθελα να τονίσω κατηγορηματικώς ότι η αμυντική ικανότης της Ελλάδος είναι, καθ’ όλην την επικράτειαν, απόλυτος. Η Ελλάς είναι και θα παραμείνη απρόσβλητος έναντι οιασδήποτε ξένης επιβουλής.

Η άμεσος αντίδρασίς μας εις την τουρκικήν θρασύτητα είναι γνωστή. Κατηγγείλαμε την Τουρκίαν ως απειλήν διά την ειρήνην του κόσμου. Εζητήσαμε την σύγκλησιν του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίον και κατεδίκασε την Τουρκίαν. Εθέσαμε τας μεγάλας δυνάμεις ενώπιον των ευθυνών των. Και διέταξα την αποχώρησίν μας από την στρατιωτικήν συμμαχίαν του NATO. Εγένοντο δε και γίνονται και άλλαι ενέργειαι, αι οποίαι όμως δεν δύνανται αυτήν την στιγμήν να αποκαλυφθούν.

Τα πρώτα αυτά μέτρα δεν εξαντλούν την προσπάθειαν της Κυβερνήσεως. Ο αγών θα συνεχισθή και θα χρησιμοποιηθούν όλα εκείνα τα μέσα τα οποία θα υπαγορεύη η τιμή και το συμφέρον του Έθνους.

Έλληνες,

Εξετίμησα την ψυχραιμίαν και την κατανόησιν με την οποίαν αντιμετωπίσατε τας κρισίμους περιστάσεις των τελευταίων εβδομάδων. Εις την πολιτικήν ωριμότητα του λαού και την επαγρύπνησιν των Ενόπλων Δυνάμεων στηρίζω την αισιοδοξίαν μου διά το μέλλον. Με σύνεσιν, σύμπνοιαν και αποφασιστικότητα, αι δύσκολαι ώραι θα παρέλθουν.

Ημπορείτε να είσθε βέβαιοι ότι, θεραπεύοντες τα σφάλματα και τας αδυναμίας που μας εκληροδότησε το αμαρτωλόν παρελθόν, θα καταστήσωμεν την Ελλάδα και πάλιν ικανήν να επανορθώση τας αδικίας τας οποίας υφίσταται. Και κάτι περισσότερον και μονιμώτερον: Να θεμελιώσωμεν μίαν καινούργια εθνική ζωή, που θα δίνη την χαρά και την ελπίδα εις όλους τους Έλληνας.

Σας ευχαριστώ


Αυτό ήταν το μήνυμα που είχε απευθύνει προς τον ελληνικό λαό —από τηλεοράσεως και ραδιοφώνου— ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής  το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου του 1974, ημέρα Πέμπτη (πηγή: «Το Βήμα», Σάββατο 17 Αυγούστου 1974). Εκείνες τις ώρες βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη νέα (είχε προηγηθεί ο «Αττίλας Ι», η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής στη Μεγαλόνησο, τον Ιούλιο) στρατιωτική επιχείρηση των τουρκικών δυνάμεων στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο διαβόητος «Αττίλας ΙΙ» (14-16 Αυγούστου 1974).

Η συγκεκριμένη ομιλία, και δη η παράγραφος που αναφέρεται στην αδυναμία ένοπλης αντιμετώπισης των Τούρκων στην Κύπρο εξαιτίας αφενός της αποστάσεως και αφετέρου των τετελεσμένων της εισβολής, χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, ύστερα από μισόν και πλέον αιώνα, ως βασικό —και δήθεν αδιάσειστο— επιχείρημα όσων κατηγορούν τον «ενδοτικό» και «ηττοπαθή» Καραμανλή για την «εγκατάλειψη» της Μεγαλονήσου, την «παράδοση» μεγάλου μέρους των εδαφών της στον εξ ανατολών άρπαγα.

Οι περισσότεροι μάλιστα από τους εν λόγω κατηγόρους, ενδίδοντας στον πειρασμό της συνθηματολογίας και θέλοντας προφανώς να παραπλανήσουν τους αδαείς και τους ανιστόρητους, χρεώνουν στον Καραμανλή την πατρότητα της περίφημης φράσης «η Κύπρος κείται μακράν», που δήθεν ειπώθηκε από εκείνον ή δήθεν συνάγεται ευχερώς από τα λεχθέντα του εκείνη τη μαύρη μέρα του Αυγούστου του ’74.

Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη φράση χρησιμοποιείται —και μάλιστα ελαφρά τη καρδία και εν είδει ευφυολογήματος— από διαφόρους στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται την τρέχουσα περίοδο με αφορμή την ελληνική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, θα ήθελα να προβώ σε τρεις παρατηρήσεις επί του προκειμένου:

Η πρώτη αφορά την έμφυτη ροπή των Ελλήνων προς το μύθο και την απόρριψη της πραγματικότητας, που σαφώς αντίκειται στην «καραμανλική σχολή», του υγιούς ρεαλισμού και της υπεύθυνης αντιμετώπισης των δυσχερών καταστάσεων.

Η δεύτερη έχει σχέση με αυτά καθαυτά τα εγκληματικά και αδιανόητα λάθη των Απριλιανών, τόσο πριν από την τουρκική εισβολή όσο και κατά την κρίσιμη φάση της δημιουργίας του προγεφυρώματος (στον «Αττίλα Ι»), που όντως έφεραν τον Καραμανλή —την Ελλάδα καλύτερα— προ τετελεσμένων.

Και η τρίτη: η Κύπρος, η πολυφίλητη θυγατέρα, κείται εγγύτατα της Μητέρας Ελλάδας μόνο όταν σύμπας ο ελληνισμός ομονοεί και συστρατεύεται ενώπιον των εθνικών κινδύνων.

Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, χάρτης όπου σημειώνονται οι χιλιομετρικές αποστάσεις της Κύπρου από τις ακτές της Ελλάδας και της Τουρκίας (πηγή: «Το Βήμα», Σάββατο 17 Αυγούστου 1974).