Ο θάνατος του Παλαμά δεν ήρθε να ξαφνίση (σ.σ. ξαφνιάσει) κανέναν από όσους έχουν έργο τους και ζωή τους τη θεραπεία των νέων ελληνικών γραμμάτων. Ξέραμε από καιρό και παρακολουθούσαμε αμίλητοι, θλιμμένοι την τεράστια αγωνία του. Το γερό, σκληρό ρουμελιώτικο κορμί που δεν ήθελε να χωρισθή από την ψυχή του· τον σπαραγμό τον προσδιωρισμένο μέσα σ’ έναν χρόνο απροσδιόριστο. Και τώρα ήρθε η ώρα του. Έπεσε το πλούσιο, πολύφυλλο δέντρο που χάρισε στα νιάτα μας τη δροσιά του· που ευλόγησε με τους καρπούς του την πείνα της ωριμότητός μας. Και είνε έτσι ασύμμετρος ο θάνατος με ό,τι γνωρίζουμε από τη ζωή, ώστε σήμερα που τον βλέπουμε να έρχεται όχι σαν καμμιά φριχτή κατάρα, όχι σαν μια καταδίκη, αλλά σαν ήρεμο, αναμενόμενο τέλος, και πάλι ένα δέος θρησκευτικό μάς συνέχει. Πέθανε ο Παλαμάς. Το πέρασμα από τη ζωή στον θάνατο μεταβάλλει την ποιότητα· δεν είνε μια βαθμίδα παραπάνω στον δρόμο τον μαρτυρικό: είνε η ανατροπή του γνώριμου, του καιρικού, το πέρασμα από το καιρικό στο αιώνιο.

Πέθανε ο Παλαμάς. Και ξαφνικά γίνεται αιώνιος, ακατάλυτος. Όσες σκιές σχημάτιζε γύρω του η υλική του υπόστασι, διαλύθηκαν μέσα σ’ ένα θαμπωτικό όραμα, όλο φως. Κι’ όσοι στοχασμοί μισοί, σχετικοί, σαν τη ζωή μας, παραμερίζουν σήμερα μπροστά σε μιαν ανεπιφύλακτη κατάφασι. Ο άνθρωπος, ο ποιητής, που ήταν αντικείμενο της κριτικής, μπαίνει πλέον και συμμετέχει στην ιστορία· γίνεται ιστορία δική μας.


«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 28.2.1943, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ανάλογα μεγαλώνει και η ιστορία μας. Βέβαια δεν είνε θέμα της στιγμής, μιας στιγμής ιερής από τη φύσι της, και ούτε μπορετό μάς είνε να σταθούμε ψύχραιμοι, υπολογιστικοί, να σταθμίσουμε ποια είνε ακριβώς η προσφορά του Παλαμά στην ιστορία των γραμμάτων μας, στην ιστορία· τούτο θα είνε έργο των ημερών και των χρόνων που θα ακολουθήσουν. Όμως από σήμερα κιόλας, και κατ’ εξοχήν σήμερα, θα ταίριαζε, σαν μια αγκαλιά λουλούδια ριγμένα στο χώμα που θα τον σκεπάση, να μαζέψουμε φανταχτερό πολύχρωμο μπουκέττο, ένα-ένα, και να το ονοματίσουμε, τα ποικιλότατα είδη που ενεκέντρισε στην πνευματική μας υπόστασι. Να τον χαιρετίσουμε δηλώνοντας πως το έργο του δεν χάνεται μαζί του, πως ριζοβόλησε μέσα στην ψυχή και στον νου μας, και πως δικά του είνε τ’ άνθια που σήμερα θα στολίσουν τον τάφο του. Ακόμη έτσι θα νοιώσουμε πιο καλά πόσο μεγάλο είνε το χάος που ανοίγει μέσα στη ζωή μας έτσι καθώς βίαια αποσπάται μια τέτοια περιοχή της και μπαίνει στο παρελθόν. Κι’ ακόμη έτσι περισσότερο θα πούμε τον πόνο που μας σπαράζει.

Ωραίο το χρέος, αλλά δύσκολο. Γιατί δεν υπάρχει τόπος κανείς μέσα στον κόσμο μας τον πνευματικό που να μην τον όργωσε και να μην τον εσημάδεψε βαθειά το οξύ και θαρραλέο πέρασμα του μεγάλου ανακαινιστή. Συνηθίσαμε να τον λέμε και να τον λογιάζουμε ποιητή· κι’ ο νους μας ήτανε στον στίχο του, στην έκτασι και στη σημασία του ποιητικού του έργου. Μα ποιητής ήταν ακόμη και στο πλέριο νόημα της λέξεως, εκείνο που καλύπτει μιαν ολάκερη, όποια κι’ αν είνε δημιουργία. Αν σταθούμε για μια στιγμή να ιδούμε πώς βρήκε την πνευματική ζωή της Ελλάδος ο Παλαμάς και πώς την αφίνει, κι’ αν λογαριάσουμε πως εκείνος υπήρξε ο κύριος συντελεστής της μεταβολής αυτής, θα πρέπει να ειπούμε πως ανυπέρβλητη υπήρξε η δημιουργία του, ασύγκριτος ο χαμός μας.


Δούλεψε τη γλώσσα μας· κι’ από το αβέβαιο όργανο που εκληρονόμησε γύρω στα 1880, μας κληροδοτεί σήμερα μια πλούσια, μεστή γλώσσα, ικανή όχι μοναχά να εκφράση του λυρισμού τις εξάρσεις, αλλά και του στοχαστικού και μετρημένου πεζού λόγου, του δημιουργικού και του ερευνητικού, την πορεία να συντροφέψη και να καθοδηγήση. Δούλεψε τον στίχο μας· και από την κληρονομία τη δύσκαμπτη της παλιάς αθηναϊκής σχολής και από των εφτά νησιών τις λαγγεμένες μελωδίες, έπλασε τον στίχο τον άξιο και αδρό, τον ικανό να παλαίψη με όποιαν ιδέα, με όποιαν έμπνευσι, να την υποτάξη, να την κατακτήση. Και πιο πέρα: εδούλεψε τον νου μας, του έμαθε να στοχάζεται, να ερευνά, να αγωνίζεται για την αλήθεια· έμπασε μέσα στη νεοελληνική ζωή τον ολοκληρωμένο τύπο του λογίου, για τον οποίο «τίποτε ανθρώπινο δεν του είνε ξένο». Και επάνω απ’ όλα μας εδίδαξε το ακέριο ήθος, την εμμονή στις πεποιθήσεις, που με κόπο αποκτώνται και που καμμιά θυσία δεν είνε μικρή για να μας συγκρατήση· μας έμαθε πως ο λόγιος μπορεί να γίνη κι’ αυτός μαχητής.

Πως κυβερνάει και πως ορίζει
το λόγο που είνε σα σπαθί.


Αυτά όλα, δίπλα σ’ ένα ποιητικό έργο του οποίου τις απηχήσεις όλες δεν μπορέσαμε ακόμη να συλλάβουμε, προσδίδουν στον Παλαμά το μεγαλείο ενός δημιουργού της νέας Ελλάδος. Είνε ένας από τους «Πατέρες». Τίποτε δεν αφήνει όπως το βρήκε. Όλα είνε αλλαγμένα. Όταν θέλουμε να σημαδέψουμε τον χρόνο, θα λέμε «πριν» και «μετά» του Παλαμά.

Τώρα στέρεψε η πηγή της δημιουργίας αυτής.

Μου τρέμουνε τα δάχτυλα σαν να μετράν ακόμα
τον θησαυρό που λείπει.


Φωτογραφικό στιγμιότυπο από την κηδεία του Παλαμά στα μαύρα χρόνια της Κατοχής. Στην πρώτη σειρά, εξ αριστερών, ο Σπύρος Μελάς, η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Πέτρος Χάρης. Στην πίσω σειρά, ανάμεσα στον Σικελιανό και στον Πέτρο Χάρη, ο Ηλίας Βενέζης.

Τον θησαυρό τον δικό μας. Γιατί στρέφομαι και πάλι προς εμάς, προς ό,τι χάσαμε. Και θυμούμαι, πάνε τώρα χρόνια, ίσως δέκα, ίσως περισσότερα, όταν κάποτε ρώτησε και μένα κάποιο περιοδικό τι τάχα σκέπτομαι για τον ποιητή, απάντησα πως είνε τόσο εξαρτημένη η πνευματική υπόστασι της γενεάς μου από τη δική του σκέψι, τόσο ζυμωμένη η κρίσι μας με τη δική του, ώστε κρίνοντας εκείνον, τον εαυτό μας να κρίνουμε. Ένα κομμάτι από τον εαυτό μας κλαίμε· ένα κομμάτι πολύτιμο που μας εστόλιζε και μας τιμούσε, χάνεται αυτή την ώρα. Και είνε σπαρακτικός ο θρήνος μας γιατί δεν κλαίμε εκείνον, παρά κλαίμε τη φτώχια τη δική μας και την ορφάνια. Γιατί όπως η πνευματική ζωή του νέου ελληνισμού χωρίζεται σε δύο από το πέρασμα του Παλαμά, παρόμοια και τη δική μας τη ζωή τη χάραξε τόσο βαθειά το πέρασμά του, ώστε από δω και μπρος να μένη σαν μισή και σαν φτωχή και σαν ορφανή η ζωή μας χωρίς εκείνον.

*Αυτό ήταν το κείμενο (δημοσιεύτηκε στο «Ελεύθερον Βήμα» υπό τον τίτλο «Εκείνο που χάσαμε») με το οποίο ο Κ. Θ. Δημαράς είχε αποχαιρετήσει τον Κωστή Παλαμά, την ημέρα της κηδείας του, την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 1943.

Ο Κωστής Παλαμάς, ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους του νεότερου ελληνισμού, απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1943, σε ηλικία 84 ετών.


Η πάνδημη κηδεία του κολοσσού των ελληνικών γραμμάτων στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, την επαύριον, έλαβε χαρακτήρα αντικατοχικής εκδήλωσης.