Πλέον στον πέμπτο χρόνο του, κατά πολλούς επί της ουσίας στον δωδέκατο -με αρχικό σημείο αναφοράς την αιματοχυσία στο ρωσόφωνο Ντονμπάς και την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, το 2014, στο φόντο της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς και της φιλοδυτικής εξέγερσης στο Κίεβο, μετά την απόφαση αναστολής της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ από το φιλορώσο τότε πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς- ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί πια ως επιταχυντής ιστορικών αλλαγών στη Γηραιά Ήπειρο και πέραν αυτής.

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής πλήρους εισβολής, η Ουκρανία γίνεται ο «καθρέφτης» του διχασμού της Δύσης, των ορίων της ρωσικής ισχύος και μιας βαθιάς -ακόμη και πυρηνικής- αναδιάταξης της αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην επανεξοπλιζόμενη Ευρώπη.

Οι εξελίξεις έχουν διαψεύσει πολλές προβλέψεις και σχεδιασμούς έως τώρα.

Παραμένουν σε γεωπολιτικό κενό, σε έναν κόσμο που -μετά και την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο- αλλάζει ραγδαία, με ταχεία κατάρρευση της εδραιωμένης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από το ξημέρωμα της 24ης Φεβρουαρίου 2022 -όταν η τότε επικρατούσα εκτίμηση ήταν ότι το Κίεβο θα «λύγιζε» μέσα σε σε λίγες ημέρες- έχουν διαψευστεί πολλές βεβαιότητες. Πιθανόν να ακολουθήσουν κι άλλες…

Το 2022, οι περισσότεροι αναλυτές μιλούσαν για αναπόφευκτο στρατιωτικό «περίπατο» της Μόσχας.

Με την έμπρακτη στήριξη της Δύσης, η ουκρανική αντίσταση υπήρξε πεισματική, οι πρώτες ρωσικές επιθέσεις γύρω από το Κίεβο και το Χάρκοβο απέτυχαν και ο πόλεμος έχει πια μετατραπεί σε μια μακρά, εξαντλητική ένοπλη σύγκρουση φθοράς.

Το κυρίαρχο ερώτημα σήμερα είναι για πόσο ακόμη και με τι κόστος.

Ήδη πιο αιματηρός στην Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο πόλεμος στην Ουκρανία πλησιάζει σε διάρκεια αυτή του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Προσώρας, η Ρωσία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας, πλην όμως χωρίς να έχει πετύχει ακόμη -κατά παραδοχή του ίδιου του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν- τους στόχους που θα επέτρεπαν στο Κρεμλίνο να μιλά για στρατηγική νίκη.

Κατά τα λοιπά, εν μέσω στρατιωτικού αδιεξόδου και διπλωματικής δυστοκίας, οι ρωσικές απώλειες υπερβαίνουν τα 1,2 εκατομμύρια, σύμφωνα με δυτικές εκτιμήσεις.

Η Μόσχα το αμφισβητεί, ενόσω -όπως και το Κίεβο- δεν ανακοινώνει επίσημα στοιχεία.

Το ανθρώπινο κόστος είναι ωστόσο αδιαμφισβήτητο: εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένοι στην Ουκρανία και πρόσφυγες στο εξωτερικό, με την πολεμική οικονομία στη Ρωσία να κλονίζεται υπό τον κλοιό κυρώσεων και αυτή στο Κίεβο που καταρρέει, βασιζόμενη στη δυτική βοήθεια.

Και δη πλέον αποκλειστικά πια από την διχασμένη και βυθισμένη στην κρίση ΕΕ, που δεν συμμετέχει στο τραπέζι των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και τώρα «σκοντάφτει» στο ουγγρικό βέτο στο 20ό πακέτο κυρώσεων στη Ρωσία, στο δάνειο των 90 δισ. ευρώ στο Κίεβο, αλλά και στην εξπρές, à la carte ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας έως το 2027 -παρά τα σκάνδαλα διαφθοράς- στο πλαίσιο των μεταπολεμικών εγγυήσεων ασφαλείας.

Περιγράφοντας με ωμή ειλικρίνεια το διακύβευμα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς τόνισε ότι ο πόλεμος δύσκολα θα λήξει στο τραπέζι των υπό αμερικανική μεσολάβηση διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας.

Πιθανότατα, ανέφερε, θα λήξει «όταν κάποια από τις δύο πλευρές εξαντληθεί, είτε στρατιωτικά ή οικονομικά».

Πρόκειται για μια παραδοχή που συμπυκνώνει τη λογική της φθοράς: κυρώσεις, εξοπλισμοί, αντοχή πληθυσμών, σε ένα γεωπολιτικό «μπρα ντε φερ», στο οποίο εμπλέκονται πολύ περισσότεροι από δύο «παίκτες», ενόσω οι ρόλοι στην εποχή Τραμπ 2.0 δείχνουν πλέον να εναλλάσσονται με επικίνδυνους ρυθμούς.

Θορυβημένες από τη συμμαχική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εκφράζουν φόβους ότι το αδιέξοδο στα μέτωπα των μαχών στην Ουκρανία μπορεί να αποτελεί στιγμιότυπο και όχι κατάληξη για μια υπό ρωσική απειλή Ευρώπη.

Το πεδίο της μάχης πλέον μεταβάλλεται ραγδαία, σε έναν πόλεμο drones στο ουκρανικό μέτωπο και ενός «υβριδικού» στην Ευρώπη, όπου οι αλλαγές είναι πια τεκτονικές.

Η Φινλανδία και η Σουηδία είναι πια μέλη του ΝΑΤΟ.

Οι αμυντικές δαπάνες εκτοξεύονται, με τη Γερμανία ως πρωτοπόρο.

Η ενεργειακή εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μειώνεται απότομα, με το αμερικανικό LNG ως αντικαταστάτη.

Υπό τη σκιά δε των αμερικανικών απειλών για προσάρτηση της Γροιλανδίας, η ευρωπαϊκή παρουσία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ ήδη αυξάνεται στην Αρκτική, προς εξευμενισμό του νυν «ενοίκου» του Λευκού Οίκου.

Ο χάρτης της ευρωπαϊκής ασφάλειας επανασχεδιάζεται, την ώρα που οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται, ο ρωσικός αναθεωρητισμός κλιμακώνεται και οι ΗΠΑ εμφανίζονται να περιορίζουν τις παραμέτρους μιας ειρηνευτικής συμφωνίας στο ουκρανικό στο εδαφικό και στις εγγυήσεις ασφαλείας.

Η Μόσχα από την πλευρά της δεν επιδιώκει μόνο διεθνή αναγνώριση της κυριαρχίας της στο Ντονμπάς, ενόσω το Κίεβο τάσσεται υπέρ του «παγώματος» της γραμμής επαφής, ισχυρών μηχανισμών αποτροπής και της ταχείας ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ, πριν από την πλήρη ολοκλήρωση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.

Όμως τι θα μπορούσε να σημαίνει μια περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ, όταν τα κριτήρια ένταξης ερμηνεύονται με ευελιξία λόγω γεωπολιτικής ανάγκης;

Και πώς θα αντιδράσουν άλλες υποψήφιες χώρες που περιμένουν επί χρόνια;

Κοντολογίς, το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Είναι με ποιους όρους, με ποια σύνορα, σε ποια Ευρώπη.