Η συναίνεση και τα όριά της
Πώς μπορεί να οριστεί η συναίνεση και ποια τα όριά της;
Η συναίνεση έχει εξελιχθεί σε λέξη-κλειδί σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τη σεξουαλικότητα και τις έμφυλες σχέσεις. Η απουσία συναίνεσης ως ορισμός του βιασμού, σε αντίθεση με τους προηγούμενους που προϋπέθεταν την άσκηση βίας και τον εμφανή και βίαιο εξαναγκασμό, αποτέλεσε αναμφίβολα στοιχείο προόδου, καθώς επέτρεψε να αναγνωριστεί όλο το φάσμα των παραβιαστικών συμπεριφορών. Προφανώς, δεν ανέτρεψε το πραγματικό πολιτισμικό υπόβαθρο που οδηγεί σε όλες τις μορφές έμφυλης βίας, από τις πατριαρχικές δομές και νοοτροπίες και τις βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις ως προς τα σεξουαλικά «καθήκοντα» εντός και εκτός γάμου, έως όλες τις μορφές ανισοτήτων και σεξισμού. Όμως, έδινε την ελπίδα για σεξουαλικές πρακτικές που θα ελάμβαναν χώρα μεταξύ ατόμων που ελεύθερα επιλέγουν και συναινούν σε αυτές.
Όμως, η συναίνεση δεν είναι μια ουδέτερη έννοια. Η καπιταλιστική νεωτερικότητα, όπως και ο φιλελευθερισμός ως βασική πολιτική της ιδεολογία, στηρίχτηκαν (και συνεχίζουν να στηρίζονται) σε συναλλαγές που στον πυρήνα τους αποτελούν συμβάσεις ανάμεσα σε ελεύθερα και αυτοκυρίαρχα άτομα που συναινούν στους όρους της σύμβασης. Μόνο που όπως δείχνει το αρχετυπικό παράδειγμα του συμβολαίου εργασίας, η συναίνεση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα του «βουβού εξαναγκασμού» της αγοράς και όχι ελεύθερης επιλογής. Δηλαδή, η ύπαρξη συναίνεσης, ακόμη και ρητά εκπεφρασμένης, δεν σημαίνει πάντα στην πράξη και ύπαρξη πραγματικής ελευθερίας επιλογής.
Σε όλα αυτά προστίθεται το ζήτημα του ορισμού της συναίνεσης. Αρκεί να θεωρήσουμε ως συναίνεση την απουσία άρνησης, ή μήπως πρέπει αντιθέτως να συνδέσουμε τη συναίνεση με την ρητή διατύπωσή της ως τέτοιας; Και εάν πρόκειται να απαιτήσουμε τη ρητή συναίνεση με ποιον τρόπο αυτή αποδεικνύεται ως προς την ειλικρίνειά της ή εάν ακόμη και αυτή μπορεί να υποκρύπτει εξαναγκασμό. Σε ένα κόσμο όπου οι γυναίκες ή τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα βρίσκονται εγκλωβισμένα μέσα σε σύνθετα πλέγματα ανισοτήτων, που συχνά καθιστούν πάρα πολύ δύσκολη την άρνηση, το απλό «ναι» του νεοφιλελεύθερου συμβολαίου προσφέρει αποτελεί επαρκή έκφραση συναίνεσης; Όλα αυτά τα ερωτήματα απασχολούν την Κλάρα Σέρα στο βιβλίο της «Το νόημα της συναίνεσης» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Ειρήνης Οικονομίδου.
Η Σέρα ανασυνθέτει τη διαδρομή μέσα από την οποία φτάσαμε στη σημερινή έννοια της συναίνεσης. Υπενθυμίζει τη σημαντική τομή που αποτέλεσε η κατοχύρωση ότι η απουσία συναίνεσης συγκροτεί την έννοια του βιασμού, αυτό που κωδικοποιήθηκε ως «το όχι σημαίνει όχι», αλλά και τον τρόπο που το ζήτημα της συναίνεσης μετατοπίστηκε στην έννοια της καταφατικής συναίνεσης, δηλαδή ότι «μόνο το ναι σημαίνει ναι». Αναδεικνύει έτσι την αντιφατική διαδρομή της καταφατικής συναίνεσης, καθώς σε μεγάλο βαθμό ορίστηκε από το βάρος ενός «φεμινισμού της κυριαρχίας» όπως εκφράζεται από φεμινίστριες όπως η Catherine McKinnon, που ξεκινά από την αφετηρία ότι «στον πατριαρχικό κόσμο βασιλεύει πάντα ο σεξουαλικός εξαναγκασμός», υποτιμώντας τη δυνατότητα της αντίστασης από τη μεριά των γυναικών, τη δυνατότητα του «όχι». Αυτό για τη Σέρα σημαίνει έναν φεμινισμό που στον πυρήνα της υπεράσπισης της καταφατικής συναίνεσης έχει μια αντίληψη ανικανότητας των γυναικών να πουν όχι. Διακρίνει τον κίνδυνο να καταλήξουμε στην αμφισβήτηση ακόμη και της δυνατότητας συναίνεσης (εξ ου και η αντίληψη ενός τέτοιου φεμινισμού περί απαγόρευσης της πορνείας εφόσον δεν είναι πραγματική η συναίνεση των σεξεργατριών) και τελικά στον κρατικό πατερναλισμό.
Η Σέρα επισημαίνει το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε μια αντίληψη που θα αντιλαμβάνεται το σεξ ως ένα πεδίο πρωτίστως κινδύνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι «μένουμε χωρίς εργαλεία για να καταπολεμήσουμε τον σεξισμό χωρίς να επικαλούμαστε διαρκώς τη δικαστική και ποινική παρέμβαση», «ακυρώνουμε την πιθανότητα να ξεκινήσουμε μια πολιτιστική μάχη ενάντια στον σεξισμό που να μην περνάει από το να βλέπουμε παντού εγκλήματα» και μετατρέπουμε την ανισότητα σε ακύρωση της βούλησης. Αντιθέτως, το «Όχι σημαίνει όχι», κατά τη Σέρα αναγνωρίζει τη δυνατότητα άρνησης, που είναι απαραίτητη για να είναι η συναίνεση έγκυρο κριτήριο. Επιμένει ότι «όχι» συνιστά όχι απλώς την αναγνώριση της αναγκαίας αντίστασης, αλλά και την «κατάκτηση του δικαιώματός μας να απογοητεύουμε, να ματαιώνουμε, να μην εκπληρώνουμε αυτό που οι άντρες περιμένουν από εμάς. Εκείνοι πρέπει να μάθουν να σέβονται τη βούλησή των γυναικών, και εμείς πρέπει να μάθουμε να εκφράζουμε αυτή τη βούληση».
Πώς, όμως, όλα αυτά συνδέονται με την επιθυμία, μια παράμετρο που είναι στο κέντρο της σεξουαλικότητας; Η Σέρα επιμένει ότι πίσω από την καταφατική συναίνεση «βρίσκεται αφενός η υπόθεση πως οι γυναίκες δεν είναι ουσιαστικά σε θέση να καταστήσουν σεβαστή τη βούλησή τους λέγοντας “όχι” και αφετέρου, ταυτόχρονα, η πίστη ότι το “ναι” είναι πιο αληθινό και πιο αυθεντικό επειδή είναι ικανό να εκφράσει την επιθυμία». Στα μάτια της ένας φεμινισμός της κυριαρχίας και ένας σεξουαλικός νεοφιλελευθερισμός συναντιούνται στην προσπάθεια συνένωσης της επιθυμίας και της συναίνεσης. Όμως, η ανθρώπινη επιθυμία είναι εξαιρετικά σύνθετη, αντιφατική και όχι αυτονόητα «καλή», εάν θυμηθούμε και την ψυχανάλυση, και οποιαδήποτε ταύτιση ανάμεσα σε συναίνεση (που αφορά τη βούληση) και επιθυμία, ενέχει τον κίνδυνο να διεκδικήσει τη νομική ρύθμιση (και δυνητικά τον ποινικό κολασμό) και στο πεδίο της επιθυμίας. Αυτό θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα ως προς τη χειραφέτηση μη ετεροκανονιστικών μορφών επιθυμίας και θα συνέχεε δίκαιο (άρα και κολασμό) και ηθική. Όπως επισημαίνει: «μόνο ένα αυταρχικό κράτος θα μπορούσε να θεσμοθετήσει την απαίτηση κάθε φορά που εκφράζουμε τη βούλησή μας, να το κάνουμε γνωρίζοντας απόλυτα την επιθυμία μας, χωρίς ρωγμές και θολά σημεία, χωρίς σκοτεινές πτυχές. Μόνο ένα δεσποτικό κράτος θα μπορούσε να πει ότι, αν δεν συναινούμε επιθυμώντας, τότε δεν ξέρουμε τι θέλουμε».
Για τη Σέρα η ελευθερία, που είναι ο πραγματικός πυρήνας της συναίνεσης, σημαίνει την αναμέτρηση με πραγματικές υλικές ανισότητες. «Η καταπολέμηση της γυναικείας φτώχειας, της επισφάλειας, της εργασιακής ανισότητας, των νόμων περί ιθαγένειας, της τρανσοφοβίας ή των διαφορετικών μορφών σεξισμού της κοινωνίας μας μας καθιστούν πιο ελεύθερες όταν πρόκειται να πούμε “ναι» ή “όχι” στο πεδίο του σεξ».
- Η συναίνεση και τα όριά της
- Καισαριανή: Τα επόμενα βήματα για την απόκτηση των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών
- Τουρκικό ΥΠΑΜ: Παράνομες οι έρευνες της Chevron νότια της Κρήτης – «Παραβιάζουν το τουρκολιβυκό μνημόνιο»
- Ποινή 9,6 χρόνια για τον πατέρα Αντώνιο – Πρέπει να καταβληθούν πάνω από 60.000 ευρώ για να απελευθερωθεί
- Αργεντινή: Σκιά 50 εκατ. δολαρίων πάνω από την Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου
- «Επιστρέψαμε από την κόλαση»: Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι καταγγέλλουν «συστημική βία» στις ισραηλινές φυλακές





