Δεκαπέντε άνθρωποι, μετανάστες και πρόσφυγες, έχασαν τη ζωή τους στον δρόμο για ένα καλύτερο αύριο.

Μας λένε ήδη ότι τους πήραν στον λαιμό τους οι διακινητές. Μόνο που δεν μας λένε όλη την αλήθεια.

Διακινητές στους οποίους απευθύνονται μετανάστες και πρόσφυγες υπάρχουν επειδή υπάρχει στην Ευρώπη και στη χώρα μας μια πολιτική που σημαίνει ότι άνθρωποι όπως αυτοί που πνίγηκαν στη Χίο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, δεν έχουν άλλο τρόπο να φτάσουν και να ζητήσουν άσυλο ή να προσπαθήσουν να φτιάξουν μια καλύτερη ζωή.

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δε μπορούν να πάρουν ένα αεροπλάνο και να προσγειωθούν σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ούτε να πάρουν ένα καράβι και να αποβιβαστούν σε ένα λιμάνι, ούτε να φτάσουν σε έναν χερσαίο συνοριακό σταθμό και να κάνουν αίτηση ασύλου, ή να ζητήσουν μια άδεια παραμονής για να εργαστούν.

Η κυβέρνηση και οι κυβερνητικοί βουλευτές υποστηρίζουν ότι πρέπει να καταπολεμηθεί η «παράνομη μετανάστευση» και να ενισχυθεί η νόμιμη. Μόνο που επί της ουσίας «νόμιμη μετανάστευση» από τις χώρες από όπου έρχονται μετανάστες στην Ευρώπη δεν υπάρχει. Υπάρχουν προβλέψεις για εποχικούς εργάτες, κυρίως για αγροτικές δουλειές και από εκεί και πέρα περνάμε σε εύπορους digital nomads, στελέχη επιχειρήσεων, επιστήμονες κ.λπ. Οι άλλοι δεν περιλαμβάνονται στις σχετικές προβλέψεις.

Οι μετανάστες δεν μπορούν καν να έρθουν στη χώρα. Γιατί η πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία δεν μπορεί καν να προσπαθήσει να πάρει μια ταξιδιωτική βίζα Σένγκεν. Αυτή τη στιγμή χρειάζεται προσπάθεια να πάρεις μια βίζα Σένγκεν – αυτή που θα σου επιτρέψει να έρθεις σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ακόμη και από χώρες σαν την Τουρκία (αυτός είναι ο λόγος που η χώρα μας έχει καθιερώσει τις βίζες εξπρές για ενισχυθεί η τουριστική κίνηση από την Τουρκία σε συγκεκριμένες περιοχές). Είναι σχεδόν αδύνατο ένας άνθρωπος, με το προφίλ του μετανάστη (δηλαδή το προφίλ του ανθρώπου της «μεσαίας τάξης» γιατί οι πολύ φτωχοί βρίσκουν τα χρήματα για το ταξίδι) από το Αφγανιστάν, το Σουδάν, την υποσαχάρια Αφρική, το Ιράκ να πάρει μια βίζα Σένγκεν ώστε να μπει στη χώρα και να δοκιμάσει να κάνει αίτηση για άδεια διαμονής (που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα την πάρει γιατί όπως εξήγησα δεν προβλέπεται πια τέτοιου είδους μετανάστευση).

Τι του απομένει να προσπαθήσει να μπει παράτυπα και να διεκδικήσει να αποκτήσει ένα καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας, κοινώς να πάρει άσυλο, ή έστω το καθεστώς του αιτούντος άσυλο, να μπορέσει έτσι είτε να φτάσει σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα όπου συγγενείς, φίλους ή χωριανούς ή ακόμη και στην Ελλάδα να προσπαθήσει να εγκατασταθεί, εάν έχει οικογένεια να πάνε τα παιδιά στο σχολείο, εάν δεν έχει κάπως να δικτυωθεί, να μπορεί να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα υποστήριξης που μπορεί να έχει, κυρίως από ΜΚΟ ολοένα και λιγότερο από το κράτος, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα στρώσουν, να βρει μια δουλειά σχετικά σταθερή και ίσως και να «κανονικοποιηθεί», καθώς και στη χώρα μας και στην Ευρώπη τα μεγάλα κύματα νομιμοποίησης μεταναστών ερχόταν μετά από μεγάλα διαστήματα όπου ήταν «παράτυποι». Και για αυτόν τον λόγο το βασικό του/της μέλημα είναι να πετύχει και στη συνέχεια να μη χάσει το καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας που τον προστατεύει από την απέλαση.

Τι σημαίνει, όμως, ότι ο μόνος κυριολεκτικά τρόπος να φτάσουν στην Ελλάδα είναι «παράτυπα» και ότι δεν έχουν καμία απολύτως άλλη δυνατότητα να πατήσουν το πόδι τους σε ελληνική (και ευρωπαϊκή γη).

Αυτό σημαίνει να πληρώσουν μερικές χιλιάδες ευρώ σε έναν διακινητή, αυτός να τους βάλει σε ένα σκάφος στη Λιβύη ή στις ακτές της Τουρκίας, να ταξιδέψουν σε επικίνδυνες συνθήκες, να κινδυνέψουν να πνιγούν και, εάν τα καταφέρουν, είτε να φτάσουν σε μια ακτή, είτε να κινδυνεύσουν να πνιγούν και να διασωθούν. Και τότε να κάνουν μια αίτηση ασύλου, ενώ τους μεταφέρουν σε ένα κέντρο υποδοχής (και ολοένα και πιο συχνά σε ένα κέντρο κράτησης). Και η ελπίδα είναι να αποκτήσουν καθεστώς προστασίας ή έστω αιτούντος ασύλου.

Το τελευταίο διάστημα γίνεται προσπάθεια να γίνουν ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Η χώρα μας πρόσφατα ανέστειλε το δικαίωμα αίτησης ασύλου, για προερχόμενους από την Αφρική, ώστε να μην αποκτούν ούτε καν του αιτούντος άσυλο. Ποινικοποιεί την παράτυπη είσοδο με σκοπό την αίτηση ασύλου, παρότι διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί προβλέπουν το αντίθετο. Φτιάχνει κέντρα κράτησης, με το σκεπτικό ότι εάν δεν εγκριθεί αίτηση ασύλου θα παραμείνεις κρατούμενος μέχρι να απελαθείς. Κοινώς φτιάχνουμε φυλακές για μετανάστες και αιτούντες άσυλο, παρότι υποτίθεται ότι από μόνη της η μετανάστευση (όπως και η προσφυγιά) δεν αποτελούν εγκλήματα.

Στην ΕΕ σκέφτονται να κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Θέλουν όσοι οι αιτήσεις τους απορρίπτονται να πηγαίνουν σε ‘return hubs’ σε τρίτες χώρες εκτός Ευρώπης από όπου θα οργανώνεται ο επαναπατρισμός τους. Το είχε αποπειραθεί παλιά η Βρετανία (που ήθελε να τους στέλνει στη Ρουάντα) αλλά είχαν υπάρξει τεράστια νομικά ζητήματα. Τώρα θέλουν να το ξαναδοκιμάσουν, γιατί θεωρούν ότι έτσι θα «αποτρέψουν» αφίξεις, αφού υποτίθεται θα ξέρουν ότι όχι μόνο δεν θα πάρουν άσυλο, αλλά και θα βρεθούν εκτός Ευρώπης.

Παρ’ όλα αυτά ξέρουμε καλά ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες επιμένουν να φτάσουν. Γιατί η κατάσταση στις χώρες τους επιδεινώνεται, ο πλανήτης γίνεται όλο και πιο άνισος, η βία αλλά, η φτώχεια και σε ορισμένες περιοχές η κλιματική αλλαγή τους σπρώχνει να αναζητήσουν καλύτερη μοίρα στην Ευρώπη.

Και έτσι έρχονται. Ελπίζουν ότι θα φτάσουν, ότι η αίτησή τους θα εξεταστεί και ότι θα πάρουν τουλάχιστον το καθεστώς του αιτούντος ασύλου, ότι θα αποφύγουν τη σύλληψη και ίσως περάσουν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Και όλα αυτά καταλήγουν στο ίδιο σημείο: ο κίνδυνος να πνιγούν γίνεται αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας άφιξής τους στην Ευρώπη. Μόνο που όπου υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί κάτι, αυτό θα συμβεί κιόλας. Και όταν υπάρχει κίνδυνος να πνιγεί κάποιος προσπαθώντας να φτάσει στην Ευρώπη, τότε είναι πιθανό όντως να πνιγεί.

Και επειδή οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι τα μέτρα αποθάρρυνσης δεν αρκούν, επιλέγουν και τα μέτρα αποτροπής.

Τι σημαίνει «αποτροπή»; Να μη φτάσουν στην Ευρώπη. Να μην πατήσουν το πόδι τους σε μια ακτή. Να γυρίσουν οι βάρκες πίσω.

Μόνο που στη θάλασσα τα όρια ανάμεσα στο να γυρίσουν οι βάρκες πίσω και να βουλιάξουν οι βάρκες είναι δυσδιάκριτα. Μια στραβοτιμονιά αρκεί. Ένας λάθος ελιγμός. Μα υπερεκτίμηση των περιθωρίων. Και μετά μετράμε θύματα. Ανθρώπους που πνίγηκαν.

Και βέβαια όλοι αυτοί που φωνάζουν, που λένε για «εισβολή» από την Αφρική, που αναπαράγουν τα ψέματα της «θεωρίας της μεγάλης αντικατάστασης», που μιλούν απαξιωτικά για τους «λαθρομετανάστες», αυτό που δεν ομολογούν είναι ότι η πολιτική τους απαιτεί και ανθρώπους πνιγμένους ώστε να λειτουργεί η «αποτροπή». Πιο σωστά, θέλουν ανθρώπους πνιγμένους μήπως και έτσι «αποθαρρυνθούν» όσοι περιμένουν.

Σε μια Ευρώπη που η Ακροδεξιά υπαγορεύει πολιτική σχεδόν σε όλες τις χώρες, που όλες οι κυβερνήσεις υπερηφανεύονται ότι καταπολεμούν τη «λαθρομετανάστευση», δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσουμε να βλέπουμε ανθρώπους να πνίγονται.

«Ναι, αλλά…». Δεν υπάρχει κανένα «αλλά…». Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει καμιά εισβολή. Τα ποσοστά των ανθρώπων που μεταναστεύουν παγκοσμίως παραμένουν χαμηλά. Η πολύ μεγάλη πλειοψηφία του πλανήτη δεν θέλει να πάει να ζήσει σε άλλη χώρα. Αναγκάζεται να το κάνει υπό την πίεση της φτώχειας και της βαναυσότητας. Οι μεγαλύτερες ομάδες προσφύγων είναι αυτοί από εμπόλεμες ζώνες. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι η Ευρώπη (αλλά και η χώρα μας) ενίοτε έχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η μεγαλύτερη πρόσφατη προσφυγική κρίση στην Ευρώπη είναι αυτή των Ουκρανών προσφύγων μετά το ξέσπασμα του πολέμου και εκεί θεωρήθηκε αυτονόητη – και ορθά – η απόδοση αυτόματα σχεδόν καθεστώτος προστασίας. Γιατί να μην ισχύει το ίδιο για κάποιον που έρχεται από το Σουδάν; Εκτός βέβαια και εάν αυτό που δεν ομολογείται ότι δικαίωμα προστασίας έχουν μόνο οι πρόσφυγες που είναι λευκοί και Ευρωπαίοι.

Αλλά αφήνοντας στην άκρη τα ζητήματα που αφορούν την ανθρωπιστική προστασία, γιατί πρέπει να θεωρούμε τη μετανάστευση πρόβλημα; Και γιατί πρέπει να τη θεωρεί πρόβλημα  μια Ευρώπη που γερνάει, αντιμετωπίζει δημογραφική κάθοδο, και έχει πραγματική ανάγκη εργατικού δυναμικού σε όλα τα επίπεδα δεξιοτήτων; Σε τελική ανάλυση, ας κοιτάξουμε τη χώρα μας και ας αναλογιστούμε ότι η τελευταία φορά που η χώρα είχε σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ήταν μια περίοδος με σημαντικότατη συμβολή των μεταναστών σε πάρα πολλούς τομείς.

Τα κλειστά σύνορα και η επίδειξη βαναυσότητας σε ανθρώπους κατατρεγμένους, οι κραυγές για «εισβολές» και οι φαντασιώσεις ότι διασώζεται η «καθαρότητα» του έθνους μπορεί να ακούγονται ωραίες σε ακροδεξιές προεκλογικές συγκεντρώσεις ή στα τοξικά αντηχεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όμως, όταν γίνονται πολιτική πράξη – ή ακόμη χειρότερα, κυβερνητική πολιτική – καταλήγουν σε πνιγμένους ανθρώπους και σε χώρες που παρακμάζουν την ώρα που πιστεύουν ότι «ανέκτησαν τον έλεγχο».