Ακόμη και εάν αποδειχτούν αβάσιμες οι σε βάρος του κατηγορίες, τίποτα δεν συνδέει τον Γιάννη Παναγόπουλο με τους εργαζόμενους που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Έχει να εργαστεί στη δουλειά του στην Εθνική Τράπεζα δεκαετίες και είναι ο ορισμός του «επαγγελματία συνδικαλιστή». Παρ’ όλα αυτά ανέβηκε τη βαθμολογική ιεραρχία της Τράπεζας μέχρι τον ανώτατο βαθμό του διευθυντή και οι απολαβές είναι πολύ υψηλότερες του μέσου όρου. Συμμετέχει σε διάφορα διοικητικά συμβούλια και υποθέτω ότι η ΓΣΕΕ θα πρέπει να του καλύπτει κάποια από τα έξοδα.

Και αυτό είναι το λιγότερο.

Το βασικό είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια λίγα πράγματα έχει κάνει για να μπορέσει να υπερασπιστεί η ΓΣΕΕ τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Στη διάρκεια της δικής του θητείας όλο το πλέγμα των θεσμών που προστάτευαν τα συμφέροντα των εργαζομένων και επέτρεπαν στο συνδικαλιστικό κίνημα να έχει κατακτήσεις αποδιαρθρώθηκε. Με τα μνημόνια καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, μειώθηκε σημαντικά ο κατώτατος μισθός, ακυρώθηκαν οι δυνατότητες προσφυγής στη μεσολάβηση και τη διαιτησία, γενικεύτηκαν οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Για όλα αυτά η ΓΣΕΕ δεν μπόρεσε να υψώσει αποτελεσματική αντίσταση.

Ακόμη χειρότερα, ο Παναγόπουλος διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο καθεστώς στη ΓΣΕΕ στηριζόμενος σε έναν συνδικαλιστικό μηχανισμό που πρωτίστως ήθελε να διατηρήσει την καρέκλα του, χωρίς να έχει οποιονδήποτε ενδοιασμό να συνεργάζεται με την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας.

Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, παρά την παλλαϊκή δυσαρέσκεια για την πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, που ξεχαρβάλωσε ακόμη περισσότερο την προστασία της εργασίας και έφερε το 13ωρο, ο Παναγόπουλος στην πραγματικότητα ήταν απών. Το μόνο που έκανε, μέσα από τη συμφωνία με την υπουργό Εργασίας, ήταν να προσφέρει άλλοθι φιλεργατικότητας σε μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει την εργασία ως κόστος και τίποτα άλλο.

Όσο για τους εργοδότες αυτοί ήταν παραπάνω από ευχαριστημένοι με το να ηγείται της εργατικής συνομοσπονδίας, ένας συνδικαλιστής που στην πραγματικότητα πρόσεχε και τα δικά τους συμφέροντα.

Το αποτέλεσμα ήταν σε μια περίοδο που οι εργαζόμενοι είχαν ανάγκη – περισσότερο παρά ποτέ… – συνδικάτων στην υπηρεσία τους, συνδικάτων ικανών να τους υπερασπιστούν και να υψώσουν ανάστημα απέναντι στην εργοδοσία και τις αντεργατικές κυβερνήσεις, μεγάλα συνδικάτα και ομοσπονδίες να είναι μακριά από τους εργαζόμενους, που όταν δεν τα αντιμετωπίζουν ως ανυπόληπτα τα θεωρούν ξένα προς αυτούς και τις αγωνίες τους.

Και για όλα αυτά φέρει πολύ μεγάλη ευθύνη ο Γιάννης Παναγόπουλος.

Και εάν εύχομαι να μην επιβεβαιωθούν οι σε βάρος του κατηγορίες, είναι γιατί το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το συνδικαλιστικό κίνημα, είναι να ταυτιστεί με κάθε είδους λαμογιές…