Αλλάζουν δύο γράμματα στο όνομα, όχι όμως και η ποδοσφαιρική λογική. Η Παρί FC επιχειρεί να μιμηθεί το μονοπάτι που χάραξε πριν από δεκαπέντε χρόνια η Παρί Σεν Ζερμέν: να αντλήσει ποιότητα, εμπειρία και υπεραξία από το ιταλικό πρωτάθλημα, ώστε να επιταχύνει την αγωνιστική και οργανωτική του μετάβαση. Η επικείμενη άφιξη του Τσίρο Ιμόμπιλε επιβεβαιώνει μια στρατηγική «all’italiana», που ήδη έχει αποτυπωθεί στο ρόστερ των Παριζιάνων.

Οι νέοι ιδιοκτήτες του συλλόγου, η οικογένεια Arnault, με τη συμμετοχή της Red Bull και την εποπτεία του Γιούργκεν Κλοπ ως στρατηγικού συμβούλου του μειοψηφικού μετόχου, επέλεξαν μια πιο προσεκτική εκδοχή του «παριζιάνικου μοντέλου». Όχι καταιγισμό μεταγραφών, όπως η PSG του 2011, αλλά στοχευμένες κινήσεις από τη Serie A, με στόχο αρχικά τη σταθεροποίηση στη Ligue 1 και στη συνέχεια την οικοδόμηση βάσεων για ανάπτυξη.

Ο πρώτος κρίκος αυτής της αλυσίδας ήταν ο Μαξίμ Λόπες. Μετά τη θητεία του στη Σασουόλο και τη Φιορεντίνα, επέστρεψε στη Γαλλία για να αποτελέσει σημείο αναφοράς στην Paris FC, ήδη από τη Ligue 2. Γρήγορα έγινε αρχηγός και μεταφορέας νοοτροπίας και εμπειρίας, έχοντας αποκομίσει πολύτιμο «know-how» από το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ο ίδιος είχε μιλήσει νωρίς για τα όρια της ομάδας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ποιοτικής ενίσχυσης.

Ακολούθησε η στροφή στους νεότερους. Οι δανεισμοί των Ντιέγκο Κόπολα και Λούκα Κολεόσο εντάσσονται σε αυτή τη λογική: παίκτες γεννημένοι το 2003 και το 2004 αντίστοιχα, με προοπτική εξέλιξης, που έρχονται να καλύψουν κενά σε άμυνα και επίθεση. Ο Κολεόσο μάλιστα συστήθηκε με το… καλημέρα, σκοράροντας στο ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα και αφήνοντας υποσχέσεις για συνέχεια.

Το παζλ συμπληρώνεται από ποδοσφαιριστές με παρελθόν στο ιταλικό πρωτάθλημα, όπως ο Τζόναθαν Ικονέ, που επέστρεψε στο Παρίσι –αυτή τη φορά στην πλευρά της FC– μετά τη Φιορεντίνα και το σύντομο πέρασμα από την Κόμο. Παίκτες που δεν αποτελούν «βόμβες», αλλά εγγυήσεις αξιοπιστίας σε ένα πρότζεκτ που αναζητά ισορροπία.

Η ιστορική σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το 2011, η PSG του Κατάρ ξεκίνησε την επανάστασή του από τη Serie A: Χαβιέρ Παστόρε από την Παλέρμο, Σιρίγκου, Τιάγκο Μότα, και στη συνέχεια μια ατελείωτη λίστα από Ιμπραΐμοβιτς, Τιάγκο Σίλβα, Λαβέτσι, Καβάνι, Βεράτι, Μαρκίνιος, Μπουφόν, Ντοναρούμα, μέχρι τους πιο πρόσφατους Χακίμι, Σκρίνιαρ και Κβίτσα Κβαρατσχέλια. Εκείνο το σχέδιο ήταν ακριβό, θεαματικό και άμεσα φιλόδοξο.

Η Παρί FC κινείται σε χαμηλότερους τόνους, αλλά με ξεκάθαρη ανάγκη: γκολ, εμπειρία και προσωπικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο Ιμόμπιλε, που καλείται να ανεβάσει το επίπεδο της επίθεσης, η οποία μέχρι στιγμής δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα παρά τις καλοκαιρινές προσθήκες. Υπό τις οδηγίες του Στεφάν Ζιλί, και με ανοιχτό το ερώτημα της τεχνικής ηγεσίας, ο σύλλογος αναζητά άμεσα αποτελέσματα χωρίς να τινάξει στον αέρα τη συνοχή του.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Παρί FC δεν επιχειρεί να γίνει Παρί ΣΖ από τη μία μέρα στην άλλη. Επιλέγει όμως συνειδητά το ίδιο «κανάλι» – το ιταλικό ποδόσφαιρο – ως δεξαμενή εμπειρίας και ποιότητας. Αν αυτή η πιο μετρημένη εκδοχή του παριζιάνικου ονείρου αποδειχθεί αποτελεσματική, θα φανεί στο χορτάρι. Προς το παρόν, η Serie A αποτελεί ξανά τον καθρέφτη στον οποίο το Παρίσι κοιτά για να δει το μέλλον του.