Οι νομοθετικές προτάσεις της Κομισιόν για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες επιτρέπουν πιο σταδιακή και ρεαλιστική μείωση του δημόσιου χρέους σε σχέση με τις σημερινές απαιτήσεις, αλλά για υπερχρεωμένα κράτη θα απαιτείται πιο απότομη αποκλιμάκωση του χρέους τους δηλώνει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις στη συνέντευξη που παραχώρησε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» και σε μικρή ομάδα ανταποκριτών ευρωπαϊκών εντύπων στις Βρυξέλλες με αφορμή την παρουσίαση χθες των αναθεωρημένων κανόνων, που θα αντικαταστήσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) εφόσον εγκριθούν από τα κράτη – μέλη. Οσον αφορά τη δημοσιονομική πορεία για το επόμενο έτος, οπότε θα ανασταλεί η μη εφαρμογή του ΣΣΑ, ο ευρωπαίος αξιωματούχος επισημαίνει ότι η Κομισιόν αναμένει από τα κράτη – μέλη συνετές δημοσιονομικές πολιτικές.

«Η πρότασή μας περιλαμβάνει την εκπλήρωση του διπλού στόχου της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, επιτρέποντας παράλληλα χώρο για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις συνδεδεμένες με την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικονομιών μας. Θα διασφαλίσουμε ότι η δυνατότητα επέκτασης των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών σχεδίων των κρατών – μελών (από τέσσερα σε επτά χρόνια) δεν επηρεάζει αρνητικά τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, καθώς θα είναι συνδεδεμένη με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που προωθούν την ανάπτυξη. Αλλωστε, σε περίπτωση μη εφαρμογής μπορούμε να μειώσουμε τη διάρκεια της επέκτασης. Στην πρότασή μας δεν προβλέπεται διαφοροποίηση για τα κράτη με υψηλό χρέος, καθώς προτείνεται ότι για χώρες με υψηλότερο χρέος από 60% του ΑΕΠ ή έλλειμμα υψηλότερο από 3% του ΑΕΠ η Επιτροπή θα προετοιμάζει τεχνική τροχιά αναφοράς, βάσει της οποίας θα γίνεται η αξιολόγηση των δημοσιονομικών διαρθρωτικών σχεδίων των κρατών – μελών. Αν αυτά παρεκκλίνουν τα κράτη θα πρέπει να επεξηγούν με οικονομικούς όρους, γιατί υπάρχει η παρέκκλιση και η πορεία προσαρμογής θα βασίζεται στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους κάθε χώρας. Ζητάμε να είναι το χρέος χαμηλότερο στο τέλος της τετραετίας των σχεδίων κάτι που αποτελεί μία από τις διασφαλίσεις. Για τα κράτη με υψηλό χρέος η τροχιά αναφοράς θα απαιτεί πιο απότομη μείωση χρέους» δηλώνει ο Ντομπρόβσκις, σημειώνοντας, πάντως, ότι οι προτάσεις «επιτρέπουν πιο σταδιακή και ρεαλιστική μείωση του δημόσιου χρέους σε σχέση με τις σημερινές απαιτήσεις. Ο τρέχον κανόνας (μείωση του υπερβάλλοντος δημοσίου χρέους κατά 1/20 τον χρόνο) δεν έχει φέρει αποτελέσματα, είναι πολύ απαιτητικός».

Ισορροπία

Κατά τον λετονό επίτροπο η Κομισιόν επιδιώκει «ισορροπία μεταξύ τού να δώσουμε μεγαλύτερη δυνατότητα στα κράτη – μέλη να ορίσουν την πορεία της δημοσιονομικής τους προσαρμογής και την ίδια ώρα να διασφαλίζεται διαφάνεια και ίση μεταχείριση. Αποτελούν έναν συμβιβασμό, που λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των κρατών και ελπίζω να το λάβουν υπόψη τα κράτη – μέλη. Κάποια κράτη προτείνουν μία κατεύθυνση, άλλα μια άλλη. Ο κ. Λίντνερ προχώρησε ήδη σε σχόλια ότι οι προτάσεις δεν είναι αρκετές σε σχέση με το τι ζητούσε η Γερμανία. Είναι σημαντικό τα κράτη – μέλη να προχωρήσουν τώρα σε σοβαρή συζήτηση» δήλωσε ο Ντομπρόβσκις, αναφερόμενος σε σχετικές δηλώσεις του γερμανού υπουργού Οικονομικών, ο οποίος είχε ζητήσει ελάχιστο ετήσιο στόχο μείωσης χρέους 1% του ΑΕΠ για καθεμία χώρα.

Σύμφωνα με την πρόταση της Κομισιόν τα κράτη – μέλη θα επιτρέπεται να αυξήσουν τις ετήσιες καθαρές δαπάνες τους λιγότερο από τη μεσοπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ, ώστε να διασφαλίσουν ότι το χρέος υποχωρεί, ενώ το έλλειμμα θα πρέπει να παραμείνει κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Εάν είναι πάνω από αυτό το ανώτατο όριο, θα πρέπει να μειώνεται κατά 0,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο μέχρι να βρεθεί κάτω από το όριο. Ο Ντομπρόβσκις επεξηγεί ότι «θα έχουμε μεσοπρόθεσμη εστίαση ακολουθώντας την εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών διαρθρωτικών σχεδίων των κρατών – μελών. Αν δεν τα εφαρμόζουν μπορούμε να ανοίξουμε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος με βάση το χρέος. Επίσης αν έχουν ζητήσει παράταση και δεν εφαρμόζουν τις μεταρρυθμίσεις ή τις επενδύσεις, που συνδέονται με την επέκταση, μπορούμε να τη μικρύνουμε, κάτι που μπορεί να οδηγήσει τελικά σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος». Κατά τον Ντομπρόβσκις «το μήνυμα είναι ότι αν υπάρχει σε σταθερή βάση παραβίαση του επιπέδου ελλείμματος ή παρέκκλιση από τα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια από χώρες με χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ αυτό θα οδηγεί πιο συστηματικά σε άνοιγμα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Αν ένα κράτος – μέλος δεν σχεδιάσει δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια ή δεν εγκριθούν από την Κομισιόν ή το Συμβούλιο η τεχνική τροχιά αναφοράς θα γίνεται οδηγός που θα ακολουθεί η Κομισιόν ως στόχους συμμόρφωσης».

Ποινές

Οσον αφορά τις χρηματικές ποινές, για τις οποίες προβλέπεται μείωση έναντι των ισχυόντων, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Επιτροπής λέει ότι «τώρα είναι τόσο υψηλές που προκαλούν μακροοικονομικές ανισορροπίες σε ένα κράτος όταν βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση. Οι χαμηλότερες χρηματικές ποινές είναι πιο εφαρμοστέες». Η πρόταση προβλέπει ότι ποινές θα επιβάλλονται κάθε έξι μήνες σε ανώτατο ύψος 0,05% του ΑΕΠ μέχρι να υπάρξει συμμόρφωση.

Σε σχέση με το τι θα ισχύσει το 2024, καθώς ακόμα και αν υπάρξει συμφωνία για τους νέους κανόνες εντός του 2023, δεν θα είναι νομοθετικά έτοιμοι για να εφαρμοστούν, ενώ τα κράτη – μέλη θα πρέπει να έχουν ήδη προχωρήσει στην κατάρτιση των προϋπολογισμών τους, ο Ντομπρόβσκις είπε: «Εχουμε ήδη πει ότι η γενική ρήτρα διαφυγής θα απενεργοποιηθεί από τον επόμενο χρόνο και έχουμε ήδη προτείνει δημοσιονομικές κατευθύνσεις για το 2024, που περιμένουμε να ακολουθήσουν τα κράτη – μέλη. Εφόσον δεν θα υπάρχουν νέοι κανόνες είναι φανερό ότι οι παλιοί θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται, αλλά χρειάζεται συζήτηση στο Ecofin και γνώμη της νομικής υπηρεσίας της Κομισιόν. Προβλέπουμε επίσης μια λύση – γέφυρα με ορισμένα από τα στοιχεία των προσανατολισμών μας σχετικά με το νέο πλαίσιο, στον βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανόνες. Εχουμε δώσει κατεύθυνση για πιο συνετή δημοσιονομική πολιτική έναντι του τρέχοντος μακροοικονομικού περιβάλλοντος, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό πληθωρισμό, σφικτές συνθήκες χρηματοδότησης, και για το δημόσιο χρέος, και την ανάγκη να μη βρίσκονται σε αντίθεση με τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική».