Παρότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης μετριούνται στα δάχτυλα, τα αρχεία των δημοσκοπικών εταιρειών είναι γεμάτα από απαντήσεις στις οποίες φαίνεται πως οι Ελληνες την τελευταία εικοσαετία τάσσονταν, σε μεγάλα ποσοστά, υπέρ των συνεργατικών κυβερνήσεων, ζητώντας από το πολιτικό σύστημα να καλλιεργήσει κουλτούρα συναίνεσης και συνεργασίας.

Κι αυτό παρότι η πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας, το 1989, ανάμεσα στη ΝΔ και τον ενιαίο ΣΥΝ, ούτε μακροημέρευε ούτε είχε θετική κατάληξη – οι συνθήκες τότε είχαν θεωρηθεί έκτακτες και η εκτίμηση για εκείνο το κυβερνητικό σχήμα δεν κατάφερε να θολώσει τη θέση των ερωτώμενων.

Η περίοδος της κρίσης χρέους και η διαχείριση των μνημονιακών χρόνων από όλες τις δυνάμεις που βρέθηκαν στην εξουσία λειτούργησαν ως «κακά παραδείγματα» για την κοινή γνώμη. Η απαίτηση για κυβερνήσεις συνεργασίας είχε αρχίσει ήδη και εξασθενούσε λόγω της άποψης που σχηματίστηκε για την τρικομματική του 2012 και τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το 2015.

Η αλλαγή

Η σταδιακή και διαχρονική πτώση του δείκτη εμπιστοσύνης στις κομματικές συνεργασίες, ωστόσο, δεν είναι ο βασικός λόγος για την αλλαγή που βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών. Το φθινόπωρο του 2022, όταν οι πολίτες βρίσκονταν αντιμέτωποι με το δίλημμα «διπλή εκλογική αναμέτρηση ή συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας», απαντούσαν πλειοψηφικά το δεύτερο. Τους τελευταίους δύο μήνες, η εικόνα έχει ήδη αλλάξει ή αλλάζει σταδιακά, ανάλογα την ερευνητική εταιρεία – η προτίμηση στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις κερδίζει έδαφος, είτε προσπερνώντας δημοσκοπικά την πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας είτε πλησιάζοντάς την επικίνδυνα.

Για έμπειρους δημοσκόπους, αυτή η τάση που παρατηρείται έχει να κάνει με την καθαρότητα του διλήμματος. Από τη μια πλευρά, το αφήγημα της ΝΔ, που ζητάει αυτοδυναμία, είναι ξεκάθαρο – είτε κάποιος συμφωνεί με την προοπτική μιας δεύτερης τετραετίας της ΝΔ είτε όχι. Από την άλλη, η πιθανότητα συγκρότησης μιας κυβέρνησης συνεργασίας, ανεξαρτήτως των εταίρων που θα συμμετάσχουν σ’ αυτή, δεν είναι σαφής: η ΝΔ ρίχνει την ευθύνη της μη συνεργασίας στο ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για προοδευτική διακυβέρνηση που δεν φαίνεται πιθανή αριθμητικά από τις δημοσκοπήσεις και το ΠΑΣΟΚ θέτει προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του, βάζοντας στο τραπέζι της συζήτησης ακόμα και το πρόσωπο του πρωθυπουργού.

Προοπτική

Ολες αυτές οι επιλογές έχουν το κοινό τους, ωστόσο παράλληλα κάνουν την προοπτική των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων προοπτικά πιο πιθανή. Η συνειδητοποίηση πως, εκτός απροόπτου, θα υπάρξουν δύο εκλογές τους επόμενους μήνες είναι πια γενικευμένη, ένα δεδομένο της δημόσιας ζωής για την άνοιξη του 2023.

Η τελευταία φορά που η χώρα οδηγήθηκε σε διπλές κάλπες ήταν για αρκετούς μια τραυματική εμπειρία: το 2012 η οικονομία βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολο σημείο, η αγανάκτηση και ο θυμός των πολιτών είχε οδηγήσει σε αντισυστημικές επιλογές, με πτώση του δικομματισμού και άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, που αντικατέστησε το ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτικό πόλο στη ΝΔ, ενώ για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση ένα ακροδεξιό μόρφωμα είχε ξεπεράσει το όριο του 3% και είχε μπει στο Κοινοβούλιο.

Η επανάληψη εκείνης της περιόδου δεν φαίνεται, τουλάχιστον σε δημοσκοπικό επίπεδο, να επηρεάζει τους πολίτες που ερωτούνται. Κι αυτό, εξηγούν οι αναλυτές, έχει να κάνει με τη συνείδηση των διαδοχικών κρίσεων, που καταγράφονται μεν στην αυξημένη ανησυχία που έχουν οι πολίτες όταν ρωτούνται για το μέλλον, αλλά εμπεδώνονται και ως αυτό που περιγράφεται πλέον ως νέα κανονικότητα.