Στις 17 Μαρτίου 1969 η Γκόλντα Μέιρ (απαντά και ως Μεΐρ) κατέστη η πρώτη και μόνη έως σήμερα γυναίκα που είχε την τιμή να καταλάβει το πρωθυπουργικό αξίωμα στο κράτος του Ισραήλ.

Η Μέιρ, που ηγήθηκε της πατρίδας της σε χαλεπούς καιρούς επί μία πενταετία και πλέον, κατάφερε να εγγραφεί στη συλλογική μνήμη των Ισραηλιτών ως η λέαινα της εβραϊκής φυλής, η Μητέρα του Ισραήλ, μολονότι κατηγορήθηκε από τους συμπατριώτες της ότι είχε καταληφθεί εξαπίνης όταν εξαπολύθηκε η επίθεση των Αράβων κατά του Ισραήλ τον Οκτώβριο του 1973 (Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ).


Τα πρώτα χρόνια του βίου της

Η Γκόλντα Μαμπόβιτς (αυτό ήταν στην πραγματικότητα το πατρικό της) γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1898 στο Κίεβο της τσαρικής Ρωσίας (νυν πρωτεύουσα της Ουκρανίας).

Μια από τις πρώτες αναμνήσεις της ήταν η εικόνα του πατέρα της να καρφώνει μεγάλα μαδέρια στην εξώπορτα του σπιτιού τους εξαιτίας των φημών που κυκλοφορούσαν για ενδεχόμενο πογκρόμ κατά των Εβραίων.

Η οικογένεια της Γκόλντα, που αριθμούσε αρχικά οκτώ παιδιά (τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια, εκ των οποίων μπόρεσαν να επιζήσουν μόνο τα τρία κορίτσια), κλήθηκε να αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες, καθώς η ζωή στην τότε Ρωσική Αυτοκρατορία ήταν αφόρητη (δριμύ ψύχος, έλλειψη τροφίμων, απελπιστική φτώχεια, λεηλασίες Κοζάκων, αστυνομικές διώξεις).

Μάλιστα, η μεγάλη αδελφή της Σίνα ανέπτυξε παράνομη πολιτική δράση ως σιωνίστρια και σοσιαλίστρια στη γενέθλια πόλη της οικογένειας, το Πινσκ.

Ο πατέρας της, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στο Μιλγουόκι των ΗΠΑ, όπου τον ακολούθησε αργότερα η οικογένειά του.


Εκεί ο πατέρας της Γκόλντα εργαζόταν ως ξυλουργός, ενώ η ίδια βοηθούσε τη μητέρα της στο μπακάλικο της οικογένειας, χωρίς να παραμελεί τις σχολικές υποχρεώσεις της.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών η Γκόλντα συγκρούστηκε με τους γονείς της, που διαφωνούσαν με την επιθυμία της να γίνει δασκάλα, αλλά και να παντρευτεί κάποιον που θα επέλεγε η ίδια.

Έτσι, αποφάσισε να μεταβεί στο Ντένβερ του Κολοράντο, όπου βρισκόταν ήδη η αδελφή της Σίνα. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της, τον Μόρις Μέιερσον (1893-1951).

Η Γκόλντα επέστρεψε στο πατρικό της σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, αποφασισμένη να διδάξει σε σχολείο και να συντελέσει παράλληλα στην υλοποίηση του σιωνιστικού οράματος.

Τελικά, ύστερα από μια συνάντησή της με τον Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, τον επονομαζόμενο Πατέρα του Ισραήλ, στο Μιλγουόκι, αναχώρησε το 1921 για την Παλαιστίνη μαζί με το σύζυγό της, που την ακολούθησε απρόθυμα.


Η συμβολή της στη δημιουργία του εβραϊκού κράτους

Το ζευγάρι του Μόρις και της Γκόλντα έζησε σε ένα μικρό κιμπούτς (ιδιόμορφη εβραϊκή συλλογική κοινότητα), τη Μερχάβια. Η Γκόλντα, που κατάφερε να προσαρμοστεί γρήγορα στις δυσμενείς συνθήκες του αγροτικού βίου, αναγνωρίστηκε από τους συντρόφους της ως σκληρά εργαζόμενη γυναίκα με ηγετικές ικανότητες. Έτσι επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει το κιμπούτς στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών, την Ισταντρούτ. Εντούτοις, δε συνέβη το ίδιο και με τον Μόρις, γεγονός που ανάγκασε το ζευγάρι να εγκατασταθεί σε μια γειτονιά της Ιερουσαλήμ. Εκεί γεννήθηκαν και τα δύο παιδιά τους, μέσα σε ένα στενόχωρο περιβάλλον.

Η Γκόλντα αναρριχήθηκε σύντομα σε υψηλές θέσεις της Εργατικής Συνομοσπονδίας, παραμελώντας όμως παράλληλα την οικογένειά της. Έτσι, ο γάμος της διαλύθηκε και η ίδια μετακόμισε μαζί με τα παιδιά της σε ένα μικρό διαμέρισμα του Τελ Αβίβ, κληθείσα να επωμιστεί το βαρύ φορτίο της χειραφετημένης γυναίκας στην Παλαιστίνη της δεκαετίας του ’30.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Γκόλντα οργάνωσε την αντίσταση στο καταπιεστικό αποικιοκρατικό καθεστώς των Βρετανών, που είχαν απαγορεύσει τη μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη. Η αδιαφορία της βρετανικής εξουσίας για την τύχη των Εβραίων προκάλεσε τη σκλήρυνση της στάσης των ηγετών του σιωνισμού και προλείανε το έδαφος για την πολιτική δράση τους μετά τον πόλεμο.

Η Γκόλντα, ειδικότερα, είχε επαφές με παράνομες στρατιωτικές μονάδες και προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τους Άγγλους, ενώ ταξίδεψε στις ΗΠΑ, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για την αγορά όπλων.


Η πολιτική διαδρομή της

Μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (Μάιος 1948) η Μέιρ εξελέγη βουλευτής στην Κνέσετ (το κοινοβούλιο, η νομοθετική αρχή του Ισραήλ), όπου έμελλε να υπηρετήσει από το 1949 έως το 1974.

Από το 1949 έως το 1956 διετέλεσε υπουργός Εργασίας με σημαντικά αποτελέσματα, ενώ στα μέσα του 1950, κατόπιν προτροπής του πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, άλλαξε το πατρικό της στο εύηχο εβραϊκό επώνυμο Μέιρ.

Το 1956, κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Σουέζ, η Μέιρ διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών, αξίωμα που διατήρησε επί μία δεκαετία, έως το 1966.

Στο μετέπειτα διάστημα, όταν έλαβε χώρα ο νικηφόρος για το Ισραήλ Πόλεμος των Έξι Ημερών (Ιούνιος 1967), παρέμεινε ενεργή στο δημόσιο βίο, ασκώντας την επιρροή της σε ομάδες Εβραίων των ΗΠΑ προς υποστήριξη του κράτους του Ισραήλ.


Η πρωθυπουργία της και ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Όταν έφυγε αιφνιδίως από τη ζωή ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Λεβί Εσκόλ, το Φεβρουάριο του 1969, το τότε κυβερνών Εργατικό Κόμμα απευθύνθηκε στον πατριωτισμό της γενικής γραμματέως του, της Γκόλντα Μέιρ. Εκείνη, παρά το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε (λευχαιμία), δέχτηκε να αναλάβει καθήκοντα ως πρωθυπουργός, όπερ και εγένετο στις 17 Μαρτίου 1969.

Κατά το διάστημα της πρωθυπουργίας της η Μέιρ εργάστηκε για την παγίωση της ειρήνης στη Μέση Ανατολή, μεριμνώντας παράλληλα για την ενίσχυση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων με τα πλέον εξελιγμένα οπλικά συστήματα προς αποτροπή ενδεχόμενης αραβικής επίθεσης.

Μελανή στιγμή της πρωθυπουργικής θητείας της Μέιρ υπήρξε αναμφίβολα η λεγόμενη Σφαγή του Μονάχου, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1972 (έντεκα αθλητές-μέλη της ισραηλινής αποστολής δολοφονήθηκαν από παλαιστίνιους τρομοκράτες στις 5 Σεπτεμβρίου 1972).

Στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα μεγάλης θρησκευτικής εορτής και αργίας για τους Εβραίους (Γιομ Κιπούρ/Yom Kippur, Ημέρα της Εξιλέωσης, ημέρα νηστείας και προσευχής), οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου και της Συρίας εξαπέλυσαν ταυτόχρονες επιθέσεις στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ, στη Χερσόνησο του Σινά και στα Υψίπεδα του Γκολάν, αιφνιδιάζοντας την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ.

Στην πρώτη φάση της αραβοϊσραηλινής πολεμικής αναμέτρησης οι αραβικές δυνάμεις κατέφεραν καίρια πλήγματα στη στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ, ασφαλώς με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνέχεια όμως, με τη συνδρομή των Αμερικανών, οι ισραηλινές δυνάμεις κατάφεραν να αναλάβουν σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων και να εξαπολύσουν αντεπιθέσεις ευρείας κλίμακας.

Τελικά, στις 25 Οκτωβρίου, αφού είχαν προηγηθεί σκληρές διαπραγματεύσεις, αλλά και ένταση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, δρομολογήθηκε η κατάπαυση του πυρός, ο τερματισμός των εχθροπραξιών, κάτι που αρνιόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή η ισραηλινή πλευρά.

Στις 27 Οκτωβρίου, ύστερα από έντονο διπλωματικό παρασκήνιο και με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε πρωταγωνιστικό ρόλο, πραγματοποιήθηκε συνάντηση αξιωματικών των εμπολέμων, προκειμένου να συζητηθούν οι όροι της ανακωχής.

Η Γκόλντα Μέιρ, παρά την αίσια για τη χώρα της έκβαση του πολέμου, δέχτηκε σφοδρές επικρίσεις από τους συμπατριώτες της για την αργοπορημένη αντίδρασή της στην αραβική απειλή, για τις βαριές απώλειες που είχαν υποστεί οι ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ, καθώς και για τη συμφωνηθείσα κατάπαυση του πυρός πριν από την ολοκληρωτική νίκη των Ισραηλινών.


Το τέλος του βίου της

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1974 η Μέιρ παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία (τη διαδέχτηκε ο Γιτζάκ Ράμπιν στις 3 Ιουνίου 1974), καταπονημένη και απογοητευμένη.

Η υπογραφή των Συμφωνιών του Κάμπ Ντέιβιντ το 1978 και της Συμφωνίας Ειρήνης Ισραήλ – Αιγύπτου το 1979 αποτέλεσε την καθυστερημένη έστω δικαίωση των αγώνων της Μέιρ για ειρήνη.

Η Γκόλντα Μέιρ απεβίωσε στην Ιερουσαλήμ στις 8 Δεκεμβρίου 1978, νικημένη από τον καρκίνο.