Ευγενία Βέλλα – Μυρτώ Οικονόμου

Οι δυσμενείς συνθήκες στην αγορά εργασίας και η δημοσιονομική λιτότητα μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση οδήγησαν σταδιακά σε αυξημένες μεταναστευτικές εκροές από πολλές χώρες του ευρωπαϊκού νότου, με την Ελλάδα να αποτελεί το πλέον προφανές παράδειγμα (βλ. Σχήμα 1). Κατά την περίοδο 2010-2015, το ποσοστό ανεργίας έφτασε το 25% και η οικονομία συρρικνώθηκε κατά το ένα τέταρτο. Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η Ελλάδα έλαβε το μεγαλύτερο πακέτο διάσωσης στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική ιστορία, με προϋπόθεση μια σειρά από μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Κατά την ίδια περίοδο, εκτιμάται ότι περίπου μισό εκατομμύριο κάτοικοι της Ελλάδας, που αντιστοιχούν περίπου στο 7% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (15-64 ετών), εγκατέλειψαν τη χώρα αναζητώντας εργασία, καλύτερες αμοιβές και καλύτερες κοινωνικές και οικονομικές προοπτικές. Σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, 2000-2010, οι μεταναστευτικές εκροές σχεδόν τριπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση και, παρόλο που στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου παρατηρούμε πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια, οι ελληνικές εκροές παραμένουν σταθερά υψηλές. Διαθέσιμα στοιχεία από δημοσιευμένες έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί από αυτούς που εγκατάλειψαν την Ελλάδα μετά το 2010 απασχολούνταν πριν μεταναστεύσουν.

Αναμφισβήτητα, το ζήτημα της μετανάστευσης στην ελληνική κρίση χρέους έχει απασχολήσει πολύ τον δημόσιο διάλογο. Πολύ λιγότερα έχουμε ακούσει όμως σχετικά με μια ακριβή μέτρηση των οικονομικών συνεπειών. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε συνοπτικά τα αποτελέσματα δύο σχετικών μακροοικονομικών μελετών σημειώνοντας παράλληλα ότι το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας για τις οικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης επικεντρώνεται στις χώρες υποδοχής.

Η πρώτη μελέτη εστιάζει στην πλευρά της συνολικής ζήτησης στην οικονομία, εξετάζοντας τον ρόλο της μετανάστευσης κατά τη διάρκεια μιας βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης με εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης. Η μελέτη βασίζεται σε ένα μακροοικονομικό υπόδειγμα μιας μικρής ανοικτής οικονομίας με δυσκαμψίες τιμών, δημοσιονομική πολιτική υπό τη μορφή φορολογίας του εισοδήματος από την εργασία και κρατικών δαπανών, και τριβές στην αγορά εργασίας. Τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι άνεργοι έχουν τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης. Η εκροή των εργαζομένων οδηγεί σε μείωση της φορολογικής βάσης εισοδήματος, ενώ η εκροή ανέργων λειτουργεί ως δημοσιονομικός σταθεροποιητής, μετριάζοντας την αύξηση της ανεργίας. Εκτός από την προσφορά εργασίας και την καταβολή φόρων στην οικονομία υποδοχής, οι μετανάστες αγοράζουν τα ξένα καταναλωτικά αγαθά και στέλνουν εμβάσματα στη χώρα καταγωγής. Η κυβέρνηση χρηματοδοτεί τις δαπάνες της μέσω αύξησης του δημόσιου χρέους και φορολογίας.

Οι προσομοιώσεις με βάση το μακροοικονομικό αυτό υπόδειγμα δείχνουν ότι το ένα τρίτο της μείωσης του ελληνικού ΑΕΠ και περίπου το 10% των εκροών μετανάστευσης κατά την κρίση της περιόδου 2010-2015 αποδίδεται στη δημοσιονομική λιτότητα. Μελετώντας ένα σενάριο χωρίς μεταναστευτικές εκροές βρίσκουμε ότι η μείωση του ΑΕΠ θα ήταν μικρότερη κατά περίπου 20%. H μεταναστευτική εκροή ενίσχυσε τη μείωση της κατανάλωσης, των επενδύσεων, και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Η μελέτη αναδεικνύει την αμφίδρομη σχέση μεταξύ της μετανάστευσης και της δημοσιονομικής λιτότητας. Από τη μια πλευρά, οι αυξήσεις της φορολογίας εισοδήματος οδηγούν σε παρατεταμένες μεταναστευτικές εκροές. Από την άλλη πλευρά, λόγω συρρίκνωσης της φορολογικής βάσης, οι μεταναστευτικές εκροές οδηγούν σε μεγαλύτερες φορολογικές αυξήσεις προκειμένου να επιτευχθεί ένας δεδομένος στόχος για το δημόσιο χρέος και επιμήκυνση του χρόνου που απαιτείται για την επίτευξη του δημοσιονομικού αυτού στόχου. Επιπλέον, τα οφέλη από τη μεταναστευτική εκροή όσον αφορά τη μείωση της ανεργίας είναι προσωρινά, καθώς αντιστρέφονται με την πάροδο του χρόνου.

Πέραν όμως από τις αρνητικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στη συνολική ζήτηση και το δημοσιονομικό ισοζύγιο της Ελλάδας, οι μεταναστευτικές ροές μπορούν να επηρεάσουν τη συνολική προσφορά και την παραγωγική ικανότητα της χώρας καθώς οδηγούν σε αλλαγές του εργατικού δυναμικού. Σε αυτό, η σύνθεση των μεταναστευτικών ροών, το ποιοί δηλαδή επιλέγουν να μεταναστεύσουν παίζει καταλυτικό ρόλο. H δεύτερη μελέτη εστιάζει στην πλευρά της συνολικής προσφοράς και εξετάζει τις συνέπειες της μετανάστευσης εξιδεικευμένης εργασίας (φαινόμενο το οποίο είναι γνωστό και ως «brain-drain») για την ελληνική οικονομία.

Πράγματι, την τελευταία δεκαετία έχει αλλάξει σημαντικά και η σύνθεση των μεταναστευτικών εκροών από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Βάσει δεδομένων από τη Γερμανία, που αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς χώρες μεταναστευτικού προορισμού εντός της Ευρωζώνης, τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των μεταναστών από χώρες του νότου που κατέχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση (βλ. Σχήμα 2). Συγκεκριμένα, οι μετανάστες που χαρακτηρίζονται από υψηλότερη ειδίκευση, πλέον αποτελούν σχεδόν το 40% της συνολικής μετανάστευσης, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει την αναλογία εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση στις χώρες προέλευσης και ως εκ τούτου οδηγεί σε σημαντικές αλλαγές στη δομή του εργατικού δυναμικού.

Ποιές ήταν όμως οι επιπτώσεις του «brain-drain» για την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους; Για τη διερεύνηση αυτού του ερωτήματος, κατασκευάστηκε ένα μακροοικονομικό υπόδειγμα μικρής ανοικτής οικονομίας το οποίο προσαρμόστηκε στα εμπειρικά δεδομένα της χώρας. Το υπόδειγμα εμπεριείχε τριβές στην αγορά εργασίας, μια πιο γενικευμένη τεχνολογία παραγωγής που επιτρέπει συμπληρωματικότητα μεταξύ ειδικευμένης εργασίας και κεφαλαίου, και δυνατότητα μετανάστευσης ειδικευμένων αλλά και ανειδίκευτων εργαζομένων. Βάσει αυτού του υποδείγματος, συγκρίναμε το βάθος και τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης στην περίπτωση όπου οι μεταναστευτικές ροές αποτελούνται κυρίως από ειδικευμένη εργασία, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας για τα έτη 2010-2015, και στην περίπτωση εναλλακτικών σεναρίων χωρίς μετανάστευση στο εξωτερικό και με μεταναστευτικές ροές που αποτελούνται εξ ολοκλήρου από ανειδίκευτους εργαζόμενους.

Η μελέτη έδειξε ότι η ύφεση είναι μεγαλύτερη και πιο παρατεταμένη όταν εντείνεται το φαινόμενο του «brain-drain». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μετανάστευση ειδικευμένου προσωπικού δημιουργεί αντικίνητρα στις επιχειρήσεις για επενδύσεις σε εξοπλισμό που είναι συμπληρωματικός με την ειδικευμένη εργασία (όπως είναι μεταξύ άλλων οι επενδύσεις σε ΙΤ, software και ειδικό μηχανολογικό εξοπλισμό) και κατά συνέπεια οδηγεί σε σημαντική μείωση της συνολικής παραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, οι προσομοιώσεις βάση του μακροοικονομικού μας μοντέλου δείχνουν ότι οι συνολικές επενδύσεις κατά την διάρκεια της κρίσης θα ήταν υψηλότερες κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες αν οι μεταναστευτικές ροές είχαν περιοριστεί στην ανειδίκευτη εργασία, με σημαντικές επιπτώσεις για το μέγεθος και τη διάρκεια της μείωσης του ΑΕΠ.

Με την πρόσφατη κρίση της πανδημίας τα δημοσιονομικά ελλείμματα αυξήθηκαν, ενώ η εμπειρία των μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους είναι ακόμα φρέσκια για πολλές χώρες. Η εμπειρία αυτών των χωρών μπορεί να προσφέρει πολύτιμα μαθήματα χάραξης πολιτικής. Η χρηματοδότηση των αυξανόμενων ελλειμμάτων με αυξήσεις των φόρων μπορεί να προκαλέσει μελλοντικές ροές εργατικού δυναμικού εντός της ευρωζώνης, από χώρες της περιφέρειας που πλήττονται περισσότερο προς τις πιο ανθεκτικές χώρες του βορρά, όπως η Γερμανία. Στο βαθμό που αυτές οι εκροές χαρακτηρίζονται από μετανάστευση ειδικευμένης εργασίας, υπάρχει ο κίνδυνος οι χώρες προέλευσης να αντιμετωπίζουν πιο επιζήμιες και παρατεταμένες υφέσεις. Το «brain-drain» μπορεί να οδηγήσει επίσης σε χαμηλότερα επίπεδα καινοτομίας των επιχειρήσεων, κάτι που συμβάλλει στη μείωση της παραγωγικής ικανότητας των χωρών προέλευσης και οδηγεί σε περαιτέρω αποκλίσεις στην παραγωγικότητα μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και νότου.

Συγγραφείς

* Η Ευγενία Βέλλα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ερευνήτρια στο ΕΛΙΑΜΕΠ και στο Fundació MOVE της Βαρκελώνης. Η μελέτη που συνέγραψε από κοινού με τους Guilherme Bandeira (New South Wales Treasury) και Jordi Caballé (Universitat Autónoma de Barcelona & Barcelona GSE) βρίσκεται εδώ.

* Η Μυρτώ Οικονόμου είναι τελειόφοιτη Υποψήφια Διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και από τον Σεπτέμβριο θα εργάζεται ως Οικονομολόγος στο Ερευνητικό τμήμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον. Η μελέτη που συνέγραψε βρίσκεται εδώ.