Υπάρχει, άραγε, κάτι που να συνδέει «του κισσού το πλάνο ψήλωμα» (σ.σ. του Δροσίνη) με την «Παρουσία αγγέλων εντος ατμομηχανής» (σ.σ. του Εμπειρίκου); Φαίνεται πως ναι, υπάρχει ένα αδιόρατο νήμα που, αν το ακολουθήσεις, σε οδηγεί από το ένα στο άλλο, μια σοφή νομοτέλεια που ξέρει να μεταμορφώνει το δροσερό κορίτσι του έρωτά σου σε ώριμη γυναίκα, χωρίς να προσβάλλει θανάσιμα το πρώτο σου αίσθημα.
Όταν ριχτήκαμε με τα μούτρα στο χαρτί, παιδιά του Δημοτικού ακόμα οι περισσότεροι, δεν είχαμε καν ακούσει τα ονόματα του Ρεμπώ ή του Πάουντ, δεν είχαμε διαβάσει αράδα από Καβάφη ή Σεφέρη. Ποίηση σήμαινε τότε για μας Στέφανος Μαρτζώκης και Ιωάννης Πολέμης, Νικόλαος Πετμεζάς-Λαύρας και Στέλιος Σπεράντζας. Δικά τους ποιήματα συναντούσαμε στα αναγνωστικά, αυτά απαγγέλλαμε στις εθνικές και στις θρησκευτικές γιορτές, απ΄ τους δικούς τους στίχους φούσκωνε το παιδικό μας στήθος.
Κι έτσι όπως τα παιδιά μπορούν να λατρεύουν παθιασμένα ή να απορρίπτουν ασυζητητί, το ίνδαλμα εκείνων των ποιητών ήταν που μας στοίχειωσε στα πρώτα φιλόδοξα γραψίματα, το έργο τους ήταν αυτό που οδηγούσε το πνεύμα μας στην αγωνιώδη προσπάθεια να συντονίσουμε τον βηματισμό των λέξεων με την αόρατη μπάντα που παιάνιζε μέσα μας ιάμβους και αναπαίστους.
Ώρες, αμέτρητες ώρες, κλειδωμένοι σε παιδικά δωμάτια, αφήνοντας πίσω τα διαβάσματα του σχολείου, ή άγρυπνοι σε ώρες κοινής ησυχίας, παλεύαμε να βρούμε λογικά προσχήματα για να φέρουμε εις γάμου κοινωνίαν μια «ράχη» μ’ ένα «βατράχι», τον «φεγγοβόλο ήλιο» με «του ονείρου το βασίλειο», να μηχανευτούμε μια στοιχειώδη ιστοριούλα, με διδακτικό κατά προτίμηση επιμύθιο.
Πόσοι δεν γράψαμε τότε, ακόμα και με δάκρυα να στάζουν στη σελίδα, στίχους φλογερούς για τον ξεσηκωμό του ’21 και για το έπος του ’40, για τη Γαλανόλευκη και για την Ανάσταση του Κυρίου;
Μερικοί δείχνανε τα γραφτά τους στους γονείς και στους δασκάλους, για να αμειφθούν με τη συγκατάβαση της ενθάρρυνσης, οι τολμηρότεροι τα διάβαζαν ευκαιρίας δοθείσης μπροστά στη λαοθάλασσα της τάξης, εισπράττοντας τα πρώτα όβολα (σ.σ. παράδες) θαυμασμού ή χλεύης.
Ο Αντώνης Φωστιέρης στον τόπο καταγωγής του, την Αμοργό, πριν από πέντε καλοκαίρια
Αργότερα, λίγο η καχυποψία του σπιτιού για οτιδήποτε εξωσχολικό, λίγο η μέγγενη του χρόνου που άρχιζε να σφίγγει —αγγλικά και φροντιστήρια—, ο ένας μετά τον άλλον οι φίλοι μας άφηναν τους ιάμβους και ρίχνονταν να κυνηγήσουν νίκες και θριάμβους σε άλλα πεδία του μέλλοντος, που μας πλησίαζε χαμογελώντας απειλητικά.
Αλλά και όσοι μείναμε να συνεχίσουμε, γιατί μείναμε; Κυρίως γιατί δεν ήμασταν άσσοι στο μπάσκετ ή στο τένις, ούτε μαγεύαμε τα κορίτσια με την ωραία μας φωνή παίζοντας κιθάρα στο ημίφως.
Η ποίηση υπήρξε, τα χρόνια εκείνα, η μυστική εκδίκηση προς μια πραγματικότητα που πλήγωνε, ήταν φυγή και αναχώρηση. Φυγομαχία, μάλλον, και υποχώρηση.
Με τόσο ασήμαντα πρότυπα, με τόσο ευτελή κίνητρα οι περισσότεροι, με τόσο αβαρείς αποσκευές πατήσαμε τούτη την άγνωστη γη και την κατοικήσαμε. Ανίδεοι για τις πηγές και τις κορφές της, ανυποψίαστοι για τα θηρία.
Νομίσαμε πως είχαμε φτάσει ξανά, από άλλη πλευρά, στα εδάφη που ξέραμε. Όμως ήμασταν ήδη σε μια ήπειρο νέα.
*Κείμενο του ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Σελίδες των εκδόσεων Καστανιώτη το χειμώνα του 1996, υπό τον τίτλο «Η πορεία των γεγονότων».
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Αντώνης Φωστιέρης διά χειρός Γιάννη Ψυχοπαίδη.
Την Παρασκευή 31 Ιουλίου, τα Καλογεράκια πηγαίνουν στο Μουσείο Καζαντζάκη και παρουσιάζουν μία συναυλία εμπνευσμένη από τον λόγο και την αλληλογραφία του Νίκου Καζαντζάκη