Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επιδέσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Νίκος Καρούζος, «Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας» (1979), Τα Ποιήματα Β’ (1979-1991), εκδόσεις «Ίκαρος».


Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 17 Ιουλίου 1926.


Στο Ναύπλιο το 1960

Ο πατέρας του, δάσκαλος στρατευμένος στο ΕΑΜ, υπέστη διώξεις μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.


Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ. Οι σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών δεν έμελλε να περατωθούν εξαιτίας της πολιτικής του δράσης και της απορρόφησής του από την ποιητική δημιουργία.


Στο Λυκαβηττό, μαζί με τη μητέρα του και τη δεύτερη σύζυγό του, τη δεκαετία του ’60 

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ο Καρούζος εξορίστηκε στην Ικαρία (1947). Το 1951 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο, απ’ όπου πήρε απολυτήριο το 1953, έχοντας υποστεί νευρικό κλονισμό.


Ο Καρούζος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων το 1949, με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Η επιστροφή του Χριστού» εκδόθηκε το 1954.


Καλοκαίρι 1980

Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε ευρύτερα γνωστός τη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές «Η έλαφος των άστρων» (1962), «Ο υπνόσακκος» (1964) και «Πενθήματα» (1969).


Ο Καρούζος συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τραμ, Τομές, Το Δέντρο, Η λέξη κ.ά.

Τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).


Στον Εθνικό Κήπο το 1982

Ο Νίκος Καρούζος απεβίωσε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 1990, έχοντας αντιμετωπίσει επί μακρόν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη και είχε δημοσιευτεί στο φύλλο των «Νέων» της 16ης Δεκεμβρίου 1986, ο Νίκος Καρούζος είχε αποκαλύψει άγνωστα στοιχεία από τη ζωή του, και συγκεκριμένα από τα πρώτα του βήματα στον επαγγελματικό τομέα, στη βιοποριστική απασχόληση:


Θα σας πω κάτι για πρώτη φορά: παραλίγο να γίνω και εγώ δημοσιογράφος στα νιάτα μου! Πάμε πίσω 35 χρόνια. Εποχή της ΕΠΕΚ. Πήγα στην «Προοδευτική Αλλαγή» να προσφέρω τις ιδέες μου. Ήθελα να βγάλω χρήματα για να ζήσω. Διευθυντής συντάξεως ήταν ο Στάγκος. «Θέλω να κάνω συνεντεύξεις με προσωπικότητες για τα πνευματικά μας ζητήματα» του είπα. «Να μιλήσω με τον Βάρναλη, τον Αυγέρη κ.ά.». «Λαμπρά» μου λέει. «Κάντε το. Με ποιον θ’ αρχίσετε;» «Με τον Κώστα Βάρναλη». «Πολύ ωραία ιδέα». Δίνει εντολή, παίρνω ένα φωτορεπόρτερ μαζί μου και πάω στον Βάρναλη, που έγραφε στον «Προοδευτικό Φιλελεύθερο», το απογευματινό φύλλο της ΕΠΕΚ. Έγραφε το χρονογράφημα και ήταν κολοσσός εκείνη την εποχή. Με βλέπει ο Βάρναλης και μου λέει: «Τι θέλεις;» «Έχω ένα ερωτηματολόγιο για σας» του λέω. «Άσ’ το, θα απαντήσω». «Πότε θα έχω τις απαντήσεις;» «Έλα σε 2-3 ημέρες». «Να σας βγάλουμε και μια φωτογραφία, κ. Βάρναλη;» «Ωραία, φωτογραφίστε με».


«ΤΑ ΝΕΑ», 16.12.1986, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Σε 2-3 ημέρες πάω και πράγματι μου είχε έτοιμες τις χειρόγραφες απαντήσεις. Γυρίζω στην «Προοδευτική Αλλαγή» και δίνω τη συνέντευξη. Μια ωραία Κυριακή, τη βλέπω πρωτοσέλιδη και με μια τεράστια φωτογραφία του Βάρναλη στη μέση. Έτριβα τα χέρια μου από χαρά. Ανοίγω μέσα και ψάχνω το όνομά μου. Βλέπω πρώτα τον τίτλο: «Η νέα τέχνη είναι νέα, αλλά δεν είναι τέχνη». Ωραία λέω, πολύ ωραία ξεκινάω σαν δημοσιογράφος… Τρέχω στο τέλος της συνεντεύξεως να διαβάσω το όνομά μου και βλέπω την υπογραφή: Ν. Περάτης! Δηλαδή περαστικός, σκέφτηκα. Απογοητεύτηκα ακαριαίως. Πάει η πρώτη σελίδα, ο ωραίος τίτλος… Μια και δυο πάω στον Στάγκο. «Κύριε Στάγκο», του λέω, «η συνέντευξη έχει την υπογραφή Ν. Περάτης». «Βάλαμε ψευδώνυμο», μου λέει, «επειδή δεν είσαι γνωστός. «Μα και γω γι’ αυτό θέλω το όνομά μου, για να γίνω γνωστός». «Δεν έχει σημασία», μου λέει, «έγινε ντόρος, ήταν θαυμάσια συνέντευξη. Μπράβο σου, μπράβο σου. Θα πας μπροστά». «Έχει σημασία», του λέω, «και δεν συνεχίζω».


«ΤΑ ΝΕΑ», 16.12.1986, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Έφυγα, κι έτσι δεν έγινα δημοσιογράφος.