Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
weather-icon 32o
Το «βαθύ κράτος» του Ισραήλ, οι επιζώσες και οι ευθύνες: Οι τελευταίες εξελίξεις της υπόθεσης Έπσταϊν

Το «βαθύ κράτος» του Ισραήλ, οι επιζώσες και οι ευθύνες: Οι τελευταίες εξελίξεις της υπόθεσης Έπσταϊν

Οι επιζώσες του Τζέφρι Έπσταϊν ζητούν να απορριφθεί ο διορισμός του Τοντ Μπλανς, ενώ ο Τζέι Ντι Βανς μιλά για διασυνδέσεις με το «βαθύ κράτος» του Ισραήλ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Η διαχείριση εκατομμυρίων εγγράφων, η αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων θυμάτων, η αμφιλεγόμενη στάση του υπουργείου Δικαιοσύνης και οι νέοι ισχυρισμοί για διασυνδέσεις του καταδικασμένου μαστροπού και παιδοβιαστή Τζέφρι Έπσταϊν με αμερικανικές και ισραηλινές υπηρεσίες επαναφέρουν την υπόθεση στο επίκεντρο.

Ένταση, πολιτικές πιέσεις και νέα ερωτήματα γύρω από όσα εξακολουθούν να παραμένουν κρυμμένα συνθέτουν το τελευταίο κεφάλαιο της υπόθεσης Τζέφρι Έπσταϊν. Επτά χρόνια μετά τον θάνατο του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματοοικονομικού παράγοντα σε κελί της Νέας Υόρκης, οι επιζώσες συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις για το δίκτυο που, όπως καταγγέλλουν, επέτρεψε την πολυετή σεξουαλική εκμετάλλευση κοριτσιών και νεαρών γυναικών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, Τοντ Μπλανς, ο οποίος επιδιώκει την επικύρωση του διορισμού του ως επικεφαλής του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η υποψηφιότητά του έχει συνδεθεί άμεσα με τον τρόπο που χειρίστηκε τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν, αλλά και με τη στάση του απέναντι στις επιζώσες.

Η συνάντηση που πραγματοποίησε μαζί τους την Πέμπτη, 16 Ιουλίου, αντί να εκτονώσει την ένταση, φαίνεται ότι ενίσχυσε τη δυσπιστία. Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς άνοιξε έναν νέο κύκλο συζητήσεων, υποστηρίζοντας ότι ο Έπσταϊν «φαινόταν να συνδέεται» με ανώτερα επίπεδα των αμερικανικών και ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει άμεσες αποδείξεις.

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

«Απότομος, συγκαταβατικός και σκόπιμα αόριστος»

Η επιζώσα Άνι Φάρμερ ήταν ιδιαίτερα σκληρή στην αποτίμησή της για τη συνάντηση με τον Μπλανς στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

«Τον βρήκα απότομο, συγκαταβατικό και σκόπιμα αόριστο απέναντι στις επιζώσες – σε πλήρη αντίθεση με τη δημόσια κατάθεσή του κατά την ακρόαση για την επικύρωση του διορισμού του», δήλωσε στο ABC News.

Η Φάρμερ είχε καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη της Γκισλέιν Μάξγουελ, της στενής συνεργάτιδας του Έπσταϊν που καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών για τη στρατολόγηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικων κοριτσιών.

Η ίδια έχει καταγγείλει ότι ο Έπσταϊν και η Μάξγουελ την άγγιξαν σεξουαλικά χωρίς τη συναίνεσή της όταν ήταν 16 ετών, στο ράντσο του Έπσταϊν στο Νέο Μεξικό.

Μετά τη συνάντηση, η Φάρμερ δήλωσε ότι είναι ακόμη πιο πεπεισμένη πως οι γερουσιαστές πρέπει να καταψηφίσουν τον διορισμό του Μπλανς. Όπως είπε, ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας δεν δεσμεύτηκε να διερευνήσει γιατί αγνοήθηκε η καταγγελία που είχε υποβάλει η αδελφή της, Μαρία Φάρμερ, στο FBI το 1996.

Η συγκεκριμένη καταγγελία θεωρείται η παλαιότερη γνωστή αναφορά προς τις ομοσπονδιακές αρχές που συνέδεε τον Έπσταϊν με τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων. Το γεγονός ότι δεν οδήγησε τότε σε ουσιαστική έρευνα αποτελεί ένα από τα βασικά αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης.

Η Άνι Φάρμερ κατηγόρησε επίσης τον Μπλανς ότι αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη για λάθη που έγιναν υπό την ηγεσία του, καθώς και ότι δεν δεσμεύτηκε να δημοσιοποιήσει έγγραφα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τις αποφάσεις των εισαγγελικών αρχών γύρω από τον Έπσταϊν.

Χαρακτήρισε, ακόμη, «εντελώς ανεπαρκή και προσχηματική» την εξήγησή του για τη συνάντηση που είχε πραγματοποιήσει με την Γκισλέιν Μάξγουελ.

«Η υπεκφυγή του έμοιαζε με σκόπιμη προσπάθεια να εμφανίσει το γραφείο του γενικού εισαγγελέα ως ανίσχυρο. Μεταθέτοντας για ακόμη μία φορά την ευθύνη αλλού, αφήνει τις επιζώσες εγκλωβισμένες στον ίδιο ατέρμονο κύκλο αναζήτησης απαντήσεων χωρίς να λαμβάνουν καμία», ανέφερε.

«Δεν υπήρξαν δεσμεύσεις»

Ανάλογη ήταν η αντίδραση της οικογένειας της Βιρτζίνια Τζουφρέ, μιας από τις γνωστότερες γυναίκες που κατήγγειλαν το δίκτυο του Έπσταϊν, σύμφωνα με το CNN.

Η Τζουφρέ, η οποία είχε καταγγείλει ότι διακινήθηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά από ισχυρούς άνδρες, πέθανε το 2025. Η οικογένειά της υποστήριξε ότι η συνάντηση με τον Μπλανς χαρακτηρίστηκε από υπεκφυγές και απουσία συγκεκριμένων προτάσεων.

«Δεν υπήρξαν πραγματικές παραδοχές. Δεν αναλήφθηκαν πραγματικές δεσμεύσεις», δήλωσε η νύφη της, Αμάντα Ρόμπερτς.

Όπως είπε, η συζήτηση «έκανε συνεχώς κύκλους» και άφησε τους συμμετέχοντες απογοητευμένους. Η ίδια υποστήριξε ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μόνο επειδή ο Μπλανς πιέστηκε πολιτικά.

Ο δικηγόρος Τζένιφερ Πλότκιν, που εκπροσωπεί επιζώσες και συμμετείχε μέσω τηλεδιάσκεψης, δήλωσε ότι η συνάντηση έμοιαζε να γίνεται «για να επιλεγεί ένα κουτάκι» και ότι ο Μπλανς δεν δεσμεύτηκε σε καμία ενέργεια που θα βοηθούσε ουσιαστικά τα θύματα.

Η Ντάνι Μπένσκι, η οποία κατέθεσε την ίδια ημέρα ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας, είπε ότι οι επιζώσες αισθάνθηκαν πως τους ζητήθηκε να αφηγηθούν από την αρχή όσα είχαν ήδη καταγγείλει και να προσκομίσουν εκ νέου αποδεικτικά στοιχεία στο FBI.

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Η απάντηση του Μπλανς

Ο Μπλανς παρουσίασε μια πολύ διαφορετική εικόνα. Χαρακτήρισε τη συνάντηση «παραγωγική» και δήλωσε ότι ο κύριος σκοπός της ήταν να ακούσει τις ανησυχίες των επιζωσών.

Παραδέχθηκε ότι η συζήτηση δεν ήταν απολύτως φιλική, αλλά είπε ότι δεν υπήρξαν φωνές.

«Υπάρχει κάτι που θέλουν και δεν νομίζω ότι μπορώ να τους το προσφέρω, δηλαδή κάποια μορφή δικαιοσύνης», δήλωσε.

Πρόσθεσε ότι επιθυμεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μέσω ποινικών διώξεων, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα είναι τελικά δυνατό να ασκηθούν νέες κατηγορίες.

Ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας προέτρεψε τις επιζώσες να παραδώσουν στο FBI οποιαδήποτε νέα πληροφορία διαθέτουν ή να ζητήσουν την επανεξέταση παλαιότερων καταγγελιών τους.

«Θέλω, όπως και όλοι στο υπουργείο Δικαιοσύνης, να ασκηθεί δίωξη εναντίον οποιουδήποτε μπορεί να αποδειχθεί ότι διέπραξε εγκλήματα εις βάρος των θυμάτων του Έπσταϊν», είπε.

Στη συνάντηση συμμετείχαν πράκτορες του FBI, εισαγγελέας με ειδίκευση στη σεξουαλική εκμετάλλευση και την εμπορία ανθρώπων, καθώς και δικηγόροι επιζωσών.

Εκπρόσωπος του Μπλανς υποστήριξε ότι εκείνος απάντησε στις ερωτήσεις και εξήγησε τι χρειάζεται νομικά για να ξεκινήσουν ή να συνεχιστούν έρευνες.

Ωστόσο, η επιμονή του στην ανάγκη υποβολής πληροφοριών στο FBI προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς πολλές επιζώσες δηλώνουν ότι έχουν ήδη καταθέσει επανειλημμένα και θεωρούν ότι το πρόβλημα δεν είναι η απουσία καταγγελιών, αλλά η αδράνεια των αρχών.

Η υποψηφιότητα του Μπλανς κρέμεται από δύο ψήφους

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε υπό την πίεση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τομ Τίλις, η ψήφος του οποίου είναι κρίσιμη για να προωθηθεί η υποψηφιότητα του Μπλανς από την Επιτροπή Δικαιοσύνης.

Ο Τίλις είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ψήφιζε υπέρ του Μπλανς αν εκείνος δεν συναντούσε πρώτα τις επιζώσες.

«Προσπαθώ να φτάσω στο “ναι”, αλλά αυτή η συνάντηση αποτελεί πολύ σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας», είπε.

Μετά τη συνάντηση, ο Τίλις επαίνεσε δημόσια τον Μπλανς επειδή τη δέχθηκε, αλλά δεν αποκάλυψε αν πλέον προτίθεται να τον υπερψηφίσει.

Κρίσιμη θεωρείται επίσης η στάση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζον Κόρνιν.

Τα εκατομμύρια έγγραφα και τα λάθη στις διαγραφές

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έδωσε τον Ιανουάριο του 2026 στη δημοσιότητα περίπου 3,5 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον Έπσταϊν.

Η δημοσιοποίηση παρουσιάστηκε ως μεγάλη κίνηση διαφάνειας, όμως συνοδεύτηκε από σοβαρές καταγγελίες για ανεπαρκή προστασία των προσωπικών δεδομένων των θυμάτων.

Ο Μπλανς παραδέχθηκε κατά την ακρόασή του ότι έγιναν λάθη στις διαγραφές ονομάτων και άλλων ευαίσθητων πληροφοριών. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 1% των περικοπών χρειάστηκε να διορθωθεί μετά τη δημοσιοποίηση των εγγράφων.

Υποστήριξε ότι το υπουργείο προσπάθησε να διορθώσει άμεσα τα προβλήματα και ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη. Οι επιζώσες, ωστόσο, αντιτείνουν ότι οι διορθώσεις έγιναν αφού τα στοιχεία τους είχαν ήδη καταστεί δημόσια.

Για τις ίδιες, η αποκάλυψη ονομάτων και προσωπικών περιγραφών δεν αποτελεί απλώς διοικητικό λάθος, αλλά νέα παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους από τις αρχές που υποτίθεται ότι όφειλαν να τις προστατεύσουν.

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Ο Βανς και οι ισχυρισμοί για το «βαθύ κράτος» του Ισραήλ

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς προχώρησε σε δηλώσεις που έδωσαν νέα διάσταση στην υπόθεση.

Σύμφωνα με το Al Jazeera, σε συνέντευξη διάρκειας σχεδόν τριών ωρών στον Τζο Ρόγκαν, ο Βανς είπε ότι ο Έπσταϊν «φαινόταν να συνδέεται» με στοιχεία του ισραηλινού «βαθέος κράτους» και με ανώτερα επίπεδα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Όταν ο Ρόγκαν ανέφερε ότι πολλοί πιστεύουν πως ο Έπσταϊν εργαζόταν για τη Μοσάντ, ο Βανς απάντησε ότι θα μπορούσε να σχετίζεται με τη Μοσάντ, τη CIA ή κάποια άλλη δομή μυστικών υπηρεσιών.

Υποστήριξε ότι ο διεφθαρμένος χρηματιστής είχε διασυνδέσεις με κορυφαία στελέχη των αμερικανικών και ισραηλινών υπηρεσιών, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν υπάρχει έγγραφο που να αποδεικνύει πως ήταν επισήμως πράκτορας.

Οι δηλώσεις του δεν συνιστούν απόδειξη κατασκοπευτικής σχέσης. Αναζωπυρώνουν, ωστόσο, τη συζήτηση γύρω από τις επαφές του Έπσταϊν με πολιτικούς, επιχειρηματίες και ανθρώπους των υπηρεσιών πληροφοριών.

Μεταξύ των εγγράφων που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνεται υπόμνημα του FBI του 2020, σύμφωνα με το οποίο πηγή της υπηρεσίας πίστευε ότι ο Έπσταϊν είχε στρατολογηθεί από τη Μοσάντ και είχε εκπαιδευτεί ως κατάσκοπος, όπως μεταδίδει το Al Jazeera. Πρόκειται για ισχυρισμό πηγής και όχι για επιβεβαιωμένο συμπέρασμα του FBI.

Οι φάκελοι καταγράφουν επίσης εκτεταμένη αλληλογραφία του Έπσταϊν με τον πρώην υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ και τον βετεράνο της Μοσάντ Γιόνι Κόρεν.

Παράλληλα, το ίδρυμα του Έπσταϊν είχε χρηματοδοτήσει ισραηλινές οργανώσεις. Καμία από αυτές τις επαφές, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι εργαζόταν για ισραηλινή ή αμερικανική υπηρεσία.

Η παραδοχή για την κυβερνητική διαχείριση

Ο Βανς παραδέχθηκε παράλληλα ότι η κυβέρνηση Τραμπ «τα έκανε θάλασσα» στην επικοινωνιακή διαχείριση των φακέλων Έπσταϊν.

Υπερασπίστηκε την πρώην γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι, λέγοντας ότι δεν πιστεύει πως προσπάθησε κακόβουλα να συγκαλύψει στοιχεία. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι είχε υπερβάλει για το περιεχόμενο των εγγράφων και είχε δημιουργήσει προσδοκίες που δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν.

Η Μπόντι είχε υποστηρίξει ότι μια υποτιθέμενη «λίστα πελατών» του Έπσταϊν βρισκόταν στο γραφείο της, δήλωση που αποδείχθηκε ανακριβής. Απομακρύνθηκε από τη θέση της τον Απρίλιο, εν μέσω της αναστάτωσης για τη δημοσιοποίηση των αρχείων.

«Αποτύχαμε απολύτως στην επικοινωνιακή διαχείριση των φακέλων Έπσταϊν», είπε ο Βανς, απορρίπτοντας ωστόσο την εκδοχή ότι τα λάθη έγιναν επειδή η κυβέρνηση προσπαθούσε να κρύψει κάτι.

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Εικόνα που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των λεγόμενων αρχείων Έπσταϊν από το Υποπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ

Οι απαντήσεις που εξακολουθούν να λείπουν

Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η υπόθεση Έπσταϊν παραμένει ταυτόχρονα ποινική, πολιτική και θεσμική κρίση.

Για τις επιζώσες, το βασικό αίτημα δεν περιορίζεται στη δημοσιοποίηση περισσότερων εγγράφων. Ζητούν να εξηγηθεί γιατί οι πρώτες καταγγελίες αγνοήθηκαν, ποιοι προστάτευσαν τον Έπσταϊν, γιατί τόσα πρόσωπα του περιβάλλοντός του δεν διώχθηκαν και αν υπάρχουν ακόμη υποθέσεις που μπορούν να οδηγηθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Για τον Μπλανς, η δυνατότητα να απαντήσει πειστικά σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να καθορίσει όχι μόνο την επικύρωση του διορισμού του, αλλά και την αξιοπιστία ολόκληρου του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Για την κυβέρνηση Τραμπ, η υπόθεση εξελίσσεται σε δοκιμασία διαφάνειας. Η δημοσιοποίηση εκατομμυρίων εγγράφων δεν κατόρθωσε να κλείσει τη συζήτηση. Αντίθετα, τα λάθη, οι αντικρουόμενες δηλώσεις και η απουσία νέων διώξεων έχουν ενισχύσει την καχυποψία.

Και για τις επιζώσες, η τελευταία συνάντηση φαίνεται ότι επιβεβαίωσε έναν φόβο που εκφράζουν εδώ και χρόνια: ότι καλούνται ξανά και ξανά να αφηγηθούν όσα υπέστησαν, χωρίς να βλέπουν εκείνους που επέτρεψαν ή συγκάλυψαν το δίκτυο να λογοδοτούν.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
Cookies