
Άλωση Κωνσταντινουπόλεως: Θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσεν τοῖς Ρωμαίοις
«Ποῦ ’ν’ ὁ Θεός σου;»
Θρήνος, κλαυμὸς καὶ ὀδυρμὸς καὶ στεναγμὸς καὶ λύπη,
θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσεν τοῖς Ρωμαίοις.
Ἐχάσασιν τὸ σπίτιν τους, τὴν Πόλην τὴν ἁγία,
τὸ θάρρος καὶ τὸ καύχημα καὶ τὴν ἀπαντοχήν τους.
Τίς τό ’πεν; Τίς τὸ μήνυσε; Πότέ ’λθεν τὸ μαντάτο;
Καράβιν ἐκατέβαινε στὰ μέρη τῆς Τενέδου
καὶ κάτεργον τὸ ὑπάντησε, στέκει καὶ ἀναρωτᾶ το:
—«Καράβιν, πόθεν ἔρκεσαι καὶ πόθεν κατεβαίνεις;»
—«Ἔρκομαι ἀκ τ’ ἀνάθεμα ǀ κ’ ἐκ τὸ βαρὺν τὸ σκότος,
ἀκ τὴν ἀστραποχάλαζην, ἀκ τὴν ἀνεμοζάλην·
ἀπὲ τὴν Πόλην ἔρχομαι τὴν ἀστραποκαμένην.
Ἐγὼ γομάριν δὲ βαστῶ, ἀμμὲ μαντάτα φέρνω
κακὰ διὰ τοὺς χριστιανούς, πικρὰ καὶ δολωμένα:
Οἱ Τοῦρκοι ὅτε ήρθασιν, ἐπήρασιν τὴν Πόλην,
ἀπώλεσαν τοὺς χριστιανούς ἐκεῖ καὶ πανταχόθεν».
—«Στάσου, καράβι, νὰ χαρῆς, πάλι νὰ σὲ ρωτήσω:
Ἐκεῖ ’λαχε ὁ βασιλεύς, ὁ κύρης Κωνσταντῖνος,
ὁ φρένιμος, ὁ δυνατός, ὁ περισσὰ ἀνδρειωμένος,
ὁ πράγος, ὁ καλόλογος, ἡ φήμη τῶν Ρωμαίων;»
—«Εκεῖ ’λαχεν ὁ Δράγασης ὁ κακομοιρασμένος.
Σὰν εἶδεν τ’ ἄνομα σκυλιὰ κ’ ἐχάλασαν τοὺς τοίχους
κ’ ἐτρέξασιν κ’ ἐμπήκασιν πεζοὶ καὶ καβαλλάροι
κ’ ἐκόπταν τοὺς χριστιανοὺς ὡς χόρτο στὸ λιβάδιν,
βαριὰ-βαριὰ ’ναστέναξεν μετὰ κλαυθμοῦ ǀ καὶ εἶπε:
«Ἐλέησον! πράγμα τὸ θωροῦν τὰ δολερὰ μου μάτια!
Πῶς ἔχω μάτια καὶ θωρῶ! Πῶς ἔχω φῶς καὶ βλέπω!
Πῶς ἔχω νοῦν καὶ πορπατῶ στὸν ἄτυχον τὸν κόσμον!
Θωρῶ, οἱ Τοῦρκοι ’νέβησαν εἰς τὴν ἁγίαν Πόλην
καὶ τῶρα ἀφανίζουσιν ἐμὲν καὶ τὸν λαόν μου».
Ἐβίγλισεν ὁ ταπεινὸς δεξιὰ καὶ ἀριστερά του·
θωρεῖ, φεύγουν οἱ Κρητικοί, φεύγουν οἱ Γενουβῆσοι·
φεύγουσιν οἱ Βενέτικοι κ’ ἐκεῖνος ἀπομένει.
Ἐλάλησεν ὁ ταπεινὸς μὲ τὰ καμένα χείλη:
—«Ἐσεῖς, παιδιά μου, φεύγετε, πᾶτε νὰ γλυτωθῆτε·
κ’ ἐμέναν ποῦ μ’ ἀφήνετε, τὸν κακομοιρασμένο;
Ἀφήνετέ με στὰ σκυλιὰ κ’ εἰς τοῦ θεριοῦ τὸ στόμα.
Κόψετε τὸ κεφάλιν μου, χριστιανοὶ Ρωμαῖοι·
ἐπάρετέ το, Κρητικοί, βαστᾶτε το στὴν Κρήτην
νὰ τὸ ἰδοῦν οἱ Κρητικοί, νὰ καρδιοπονέσουν,
νὰ δείρουσι τὰ στήθη τους, νὰ χύσουν μαῦρα δάκρυα
καὶ νὰ μὲ μακαρίσουσιν ǀ ὅτι οὕλους τοὺς ἀγάπουν·
μηδὲν μὲ πιάσουν τὰ σκυλιά, μηδὲν μὲ κυριεύσουν·
(ὅτι ἀνελεήμονα τῶν ἀσεβῶν τὰ σπλάχνα)
μηδὲν μὲ πᾶν στὸν ἀμιρά, τὸ σκύλον Μαχουμέτην,
μὲ τὸ θλιμμένον πρόσωπον, μὲ τὰ θλιμμένα μάτια,
μὲ τὴν τρεμούραν τὴν πολλήν, μὲ τὰ καμένα χείλη·
καὶ θέση πόδαν ἄτακτο εἰς τὸν ἐμὸν αὐχένα·
(εἰς βασιλέως τράχηλον δὲν πρέπει ποὺς ἀνόμου)
μὴ μὲ ρωτήσ’ ὁ ἄνομος, νὰ πῆ: «Ποῦ ’ν’ ὁ Θεός σου;»,
νὰ ρίση ὁ σκύλος τὰ σκυλιὰ νὰ μὲ κακολογήσουν,
νὰ παίξουσιν τὸ στέμμα μου, νὰ βρίσουν τὴν τιμήν μου∙
ἀπὴν μὲ βασανίσουσιν καὶ τυραννίσουσίν με,
νὰ κόψουν τὸ κεφάλιν μου, νὰ μπήξουν εἰς κοντάριν,
νὰ σκίσουν τὴν καρδία μου, νὰ φᾶν τὰ σωτικά μου, ǀ
νὰ πιοῦν ἀπὸ τὸ αἷμα μου, νὰ βάψουν τὰ σπατιά τους
καὶ νὰ καυχοῦντ’ οἱ ἄνομοι εἰς τὴν ἀπώλειάν μου».
Αυτοί είναι οι πρώτοι 56 από τους συνολικά 118 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους που συνθέτουν το Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης (η λέξη ανακάλημα σημαίνει το θρήνο), ένα δημώδες θρηνητικό ποίημα για την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς. Έργο ανωνύμου (πιθανώς λογίου, γνώστη της ιστορίας και της λαϊκής ποίησης), το Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα, που διανθίζεται με ορισμένους αρχαϊσμούς και κάποια ιδιωματικά στοιχεία κυπριακής προέλευσης (γι’ αυτό και εικάζεται ότι είτε γράφτηκε στην Κύπρο είτε γράφτηκε από Κύπριο που βίωσε τα δραματικά γεγονότα της Άλωσης).
Στους πρώτους 56 στίχους, τους προεκτεθέντες, παρουσιάζεται η συνταρακτική είδηση της Άλωσης, μέσα από το διάλογο που διεξάγεται ανάμεσα σε ένα καράβι και ένα κάτεργο (πλοίο κωπήλατο και ιστιοφόρο), καθώς και η αντίδραση του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μπροστά στη συντελούμενη τραγωδία.
Στη συνέχεια, στους στίχους 57-88, ο ποιητής εκφράζει τον πόνο του για τα φοβερά ανοσιουργήματα και τις ωμότητες των εισβολέων σε βάρος των κατοίκων της Πόλης, θρηνεί για τα μεγάλα δεινά των χριστιανών.
Τέλος, στους στίχους 89-118, υμνεί το πρότερο κάλλος και μεγαλείο της Βασιλεύουσας, της πόλης που κόσμησαν και φώτισαν ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Ιουστινιανός.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης βρέθηκε στο επίκεντρο των μελετών και του Εμμανουήλ Κριαρά. Καρπός της ενασχόλησης αυτής υπήρξε η έκδοση του έτους 1965 από το ΑΠΘ, με εισαγωγή, σχόλια και γλωσσάριο του αειμνήστου Κριαρά, εξέχοντος μελετητή της ελληνικής γλώσσας και λαμπρού πανεπιστημιακού δασκάλου.
Από την έκδοση αυτήν προέρχονται τα κάτωθι, απαραίτητα για την κατανόηση του κειμένου:
απαραμύθητος: απαρηγόρητη
θάρρος: παρηγοριά, ελπίδα
απαντοχήν: ελπίδα
υπάντησε: συνάντησε
ακ: από
ανάθεμα: τόπος αναθεματισμένος
αστραποχάλαζην: αστραπή με χαλάζι, μεγάλη συμφορά
ανεμοζάλην: καταιγίδα, αναστάτωση
αστραποκαμένην: κατεστραμμένη
γομάριν: φορτίο πλοίου
αμμέ: αλλά
δολωμένα: θλιβερά
απώλεσαν: αφάνισαν, σκότωσαν
’λαχε: έτυχε να βρίσκεται
φρένιμος: συνετός, φρόνιμος
περισσά: πάρα πολύ
πράγος: πράος, ήρεμος
καλόλογος: ευπροσήγορος
φήμη: καύχημα
κακομοιρασμένος: κακόμοιρος, άτυχος, δυστυχισμένος
σκυλιά: απίστους, μουσουλμάνους
τοίχους: τείχη
δολερά: ταλαίπωρα
εβίγλισεν: παρατήρησε, κοίταξε
δείρουσι: χτυπήσουν
μακαρίσουσιν: μνημονεύσουν για νεκρό
κυριεύσουν: αιχμαλωτίσουν
ανελεήμονα: άσπλαχνα, ανελέητα
σπλάχνα: καρδιά, ψυχική διάθεση
αμιρά: μουσουλμάνο αρχηγό, ηγεμόνα
τρεμούραν: τρομάρα
θέση πόδαν άτακτο: βάλει πόδι
δεν πρέπει πους ανόμου: δεν ταιριάζει πόδι απίστου
ρίση: διατάξει
παίξουσιν: χλευάσουν, περιγελάσουν
απήν: αφού
σωτικά: σωθικά
σπατιά: σπαθιά
- Ηλεία: Υπερχείλισε ο Πηνειός ποταμός στο Κακοτάρι μετά την ισχυρή καταιγίδα στις πλαγιές του Ερυμάνθου
- Το διεθνές άδειασμα του Λανουά και της ΕΠΟ
- Δουδωνής: «Η RealPolls μού έστειλε εξώδικο, δεν τα έχουν υπολογίσει καλά»
- Το νέο travel hack λέγεται Gate Delivery powered by efood και θα το βρεις στο αεροδρόμιο της Αθήνας
- Ο Ντεμπελέ κυνηγά δεύτερη συνεχόμενη Χρυσή Μπάλα
- Απορρίφθηκε εκ νέου το εμπορικό σήμα Turkaegean – «Δικαίωση για τις ελληνικές θέσεις», λέει ο Θεοδωρικάκος






