
Αλέξανδρος Αργυρίου: Ποτέ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ο κριτικός ως αυθεντία
Κριτική με ανοιχτά χαρτιά και με καθαρά χέρια
Στις 22 Μαΐου 2009 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 88 ετών, ο κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου, ο οποίος κατάφερε να αφήσει το ευκρινές αποτύπωμά του στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, στο πεδίο της μελέτης της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Αλέξανδρος Αργυρίου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Κουμπή) υπήρξε ο δημιουργός της οκτάτομης Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που αποτελεί βασικό βοήθημα για τη σπουδή των ελληνικών γραμμάτων.
Κατά τη διάρκεια του μακρού βίου του ο Αργυρίου, που είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΕΜΠ, αποδελτίωσε υποδειγματικά, ωσάν λόγιος άλλων εποχών, διάβασε και έγραψε για τον Σεφέρη, τον Αναγνωστάκη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Καρυωτάκη, τον Ελύτη, τους υπερρεαλιστές.
Το 1998 ο Αργυρίου τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα.
Αξιοσημείωτες πτυχές της πολυσχιδούς δραστηριότητας του Αργυρίου αποτέλεσαν αφενός η έκδοση του μηνιαίου περιοδικού «Η Συνέχεια» (με συνεκδότες τον Αλέξανδρο Κοτζιά και τον Δημήτρη Μαρωνίτη) και αφετέρου η γόνιμη συνεργασία του με την εφημερίδα «Το Βήμα», όπου δημοσιεύτηκε σειρά επιφυλλίδων του.
Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από μία εξ αυτών (τίτλος της, «Το νόημα της κριτικής»), δημοσιευθείσα στο φύλλο που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 10 Απριλίου 1971:
[…]
Η παλιά περιγραφική κριτική, κι’ όση ακόμη και σήμερα ακολουθεί τα ίχνη της, που καταναλωνόταν στην απλή φωτογράφιση των έργων της τέχνης, και στο τέλος περιοριζόταν δογματικά στην άρνηση ή αποδοχή τους, προμήθευε στο κοινό έτοιμες ιδέες, και συντηρούσε μια δημόσια γνώμη χωρίς αντιδράσεις και χωρίς εξέλιξη. Γιατί το μόνο ίσως που κατορθώνει η περιγραφική κριτική είναι να προσφέρει στοιχεία για μια ορθή ανάγνωση, θέαση ή ακρόαση, ρόλος βέβαια χρήσιμος και απαραίτητος, αν σκεφθούμε την έλλειψη της βασικής παιδείας που υπάρχει στην Ελλάδα. Αλλά αυτή ακριβώς η μασημένη τροφή, εκτός του ότι σήμερα για ένα κάποιο κοινό είναι υπόθεση χωρίς περιεχόμενο, εκτός του ότι φτωχαίνει το νόημα της τέχνης, έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα ενός σύγχρονου κριτικού στοχασμού, ο οποίος αποβλέπει στην ενεργοποίηση των συνειδήσεων κατά τρόπο που κι’ αυτές να μπαίνουν μέσα στο παιχνίδι των καλλιτεχνικών ζυμώσεων. Αν σκεφθούμε ότι κανείς κριτικός, οσοδήποτε ευρείας προσληπτικότητας και αν είναι, δεν μπορεί να υπερβεί τους υποκειμενικούς του προσδιορισμούς, κι ‘αν είναι γεγονός ότι η έσχατη κρίση μας για τα έργα της δημιουργικής φαντασίας εξαρτάται από παράγοντες που δεν σταθμίζονται λογικά (πράγμα που εξηγεί το γιατί κάθε μας γνώμη διακυβεύεται), τόσο είναι αναγκαίο να παρέχεται η δυνατότητα στην έκφραση πολλών κρίσεων, που να εξασφαλίζουν, στο μέτρο του δυνατού, μια δημοκρατικά κατοχυρωμένη διερεύνηση.
Όμως αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη ενός φωτισμένου κοινού που να μην αντιδρά πρωτοβάθμια στα έργα της τέχνης, αλλά να είναι επαρκώς κατατοπισμένο στις βαθύτερες διαστρωματώσεις τους, εκείνες που τα καθιστούν αντιπροσωπευτικά και βιώσιμα. Στην καλλιέργεια αυτών των συνειδήσεων παίζει το ρόλο της η κριτική που δεν μένει στο στάδιο της εκδόσεως πορισμάτων, αλλά εκθέτει τις διαδικασίες των σκέψεών της, με τις οποίες τεκμηριώνεται η κρίση της, και τυχόν ελέγχονται τα συμπεράσματά της. Αυτό δεν καθιστά την κριτική αντικειμενική, την καθιστά όμως αντικειμενικά πρόσφορη. Την απαλλάσσει από το να παίζει τον άχαρο ρόλο μιας πνευματικής δραστηριότητας που κλείνεται στον εαυτό της. Της χορηγεί τα μέσα ώστε να δημιουργεί νέα κυκλώματα, απ’ όπου να προκύπτουν, φυσιολογικά, καινούργιες όψεις των πραγμάτων. Κι’ όσο περισσότερες κριτικές απόψεις τέτοιας κατηγορίας διατυπώνονται, τόσο καλλίτερα τροφοδοτείται το κοινό, αναπτύσσεται το ερευνητικό του πνεύμα, και παύει να είναι ετεροκίνητο.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.4.1971, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Μια τέτοιων αρχών και βάσεων κριτική δεν επιδιώκει να καθοδηγήσει το κοινό της, ποντάροντας στην άγνοια ή στην ανεπάρκειά του, ανεβάζοντας ή κατεβάζοντας αξίες κατά τα γούστα της (και συχνά κατά τις ύποπτες προθέσεις της), αλλά του παρέχει τις προϋποθέσεις για μια ανεξαρτησία γνώμης και μια αυτοτέλεια. Τότε μόνο το κοινό διαμορφώνεται όχι σαν ένα κοπάδι, όχι ως άμορφη και άβουλη μάζα, αλλά ως αυτοδύναμα πρόσωπα με την ιδιαιτερότητά τους. Και μόνο ύστερα από αυτό το στάδιο μπορούμε να μιλάμε για κοινό υπεύθυνο, που οι κρίσεις του μπορούν να αποτελέσουν την ασφαλιστική δικλείδα, η οποία μας επιτρέπει να επαληθεύσουμε αντικειμενικά τη γνησιότητα ή όχι μιας καλλιτεχνικής τάσεως, να σταθμίσουμε την ακτινοβολία της και να αποτιμήσουμε τη σημασία της.
Συμβαίνει βέβαια πολλές φορές οι ποιητές (ο όρος στη γενικότητά του), επειδή είναι «μικροί προφήτες», που έλεγε ο Σολωμός, να προηγούνται από την εποχή τους, να συνειδητοποιούν καταστάσεις από τις πρώτες τους καταβολές, όταν ακόμα δεν έχουν αποκτήσει διακεκριμένες μορφές, και να δίνουν έργο που δεν έχει ευρεία απήχηση τον καιρό που εμφανίζεται. Αλλά και τότε παρουσιάζεται για την κριτική το χρέος και η δυνατότητα να επισημάνει την αξία του έργου, να αναδείξει τις κρυπτόμενες πλευρές του, και να εκφέρει τον κρίσιμο λόγο της, οπότε, ανάλογα με την πειστική της δύναμη και το ηθικό της κύρος, μπορεί να δημιουργηθεί το πρόσφορο κλίμα για ν’ αρχίσει ν’ αφομοιώνεται το προδρομικό έργο. Όμως κι’ όταν ακόμη η αξιολόγηση ενός κριτικού επαληθεύεται από τον χρόνο, δεν πρέπει να βλέπομε αφηρημένα την τελική του κρίση, αλλά να εξετάσουμε τη διαδικασία με την οποία ανέδειξε το έργο της τέχνης, τα σημεία και τα κέντρα που φώτισε, τους στόχους του που επισήμανε, οπότε και μόνο θα φανεί αν η κρίση του δεν ήταν τυχαία, σαν τον φανταστικό πίθηκο που χτυπάει τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής από γενέσεως κόσμου και γράφει τα σονέττα του Σαίξπηρ. Να γιατί ό,τι κατοχυρώνει πάντοτε την κριτική είναι το σκεπτικό της μέρος, η επεξεργασία των στοιχείων που καταθέτει, με τα οποία αναδεικνύονται τα κριτήριά της και από τα οποία διαμορφώνεται μια συλλογιστική, η οποία, ανάλογα με την πληρότητά της, καθίσταται ανεξάρτητη από τον φορέα της, και συνεπώς όργανο με χρηστική αξία.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.4.1971, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Αν για κάθε ανθρώπινη κρίση έχομε χρέος, από ηθική άποψη, να διασφαλίζομε την έκφρασή της, δεν σημαίνει ότι όλες οι κρίσεις που διατυπώνονται είναι ισοδύναμες, ότι έχουν το ίδιο δικαίωμα εισόδου στων «ιδεών την πόλη». Κριτήρια απόλυτα που να μας προστατεύουν από λάθη εκτιμήσεων, από σφάλματα αξιολογήσεων, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όμως σχετικά κριτήρια, τα οποία παίζουν τόσο περισσότερο αποφασιστικό ρόλο, όσο το κοινό εξυψώνεται και καθίσταται ικανό να αντεπεξέρχεται στις απαιτήσεις των έργων της τέχνης, «ψηφίζοντας», κατά έναν τρόπο, με τις κρίσεις του για τις αξίες του. Η συμβολή της κριτικής σ’ αυτή την ανύψωση του κοινού είναι τόσο πιο σημαντική, όσο η κριτική χειρίζεται τα θέματά της με ανοιχτά χαρτιά και με καθαρά χέρια. Όταν έχει τις προθέσεις και τις προϋποθέσεις να δημιουργεί πνευματικές ζυμώσεις, όταν ο λόγος της προκαλεί τον διάλογο και δεν καταλήγει με τον αφοριστικό της τόνο σε άσκηση εξουσίας, σε κηδεμονία του πνεύματος. Οι καρποί μιας τέτοιας αποδοχής των καλλιτεχνικών έργων έχουν ως αποτέλεσμα να αποσπούν το κοινό από την παθητική κατάσταση, και να καλλιεργούν τις συνθήκες μέσα στις οποίες η νοοτροπία του και η ευαισθησία του αξιοποιούνται στο μέγιστο δυνατό, ώστε από στενά καταναλωτικό κοινό, που τρέφεται με ό,τι προσφέρει η αγορά, να μετασχηματίζεται σε ακριβοδίκαιο παράγοντα, που δέχεται ή απορρίπτει, με ελεύθερη βούληση, τα διάφορα καλλιτεχνικά προϊόντα.
Μέσα σε τέτοιες ιδεατές συντεταγμένες δεν βρίσκεται, δυστυχώς, όλη η ελληνική κριτική σκέψη. Και απέναντι σε μια τέτοια πραγματικότητα, που ισοψηφίζονται ο δίκαιος και ο άδικος λόγος, τι μπορεί να κάνει ένα κοινό που είναι διαφορετικών συνθέσεων, που βρίσκεται σε διαφορετικές βαθμίδες παιδείας, και που αντιμετωπίζει με αμηχανία τις αντιμαχόμενες απόψεις των κριτικών; Το πρόβλημα είναι καίριο, αλλά και όποια πρόταση για την άρση του αδιεξόδου θα κινδύνευε να μεταβληθεί σε ατελέσφορη συνταγή. Τα αισθητικά θέματα έχουν τόση πολυμέρεια και χωρητικότητα που ενδέχεται να νομιμοποιούν πολλές κρίσεις φαινομενικά ασύμβατες. Πάντως δεν νομιμοποιούνται όλες, και προπαντός εκείνες που κινούνται σ’ ένα επίπεδο αποφθεγματικών κρίσεων, όσες τυρβάζουν περί πολλά και κλονίζονται στον πρώτο έλεγχο μιας εσωτερικής συνέπειας, όσες καταναλώνονται σε μια συμβατική κριτική ορολογία που δεν εξυπακούει το αντικείμενό της, και προπαντός όσες δεν διαθέτουν τα εφόδια από τα οποία η κρίση ενός πληροφορημένου κοινού μπορεί να τροποποιηθεί, να ενισχυθεί ή να διαφωτιστεί. Ποτέ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ο κριτικός ως αυθεντία. Αλλά και δεν πρέπει να ισοπεδώνομε την κρίση του, όταν διαθέτει τις αρμόδιες γνώσεις στον χώρο που κινείται και είναι επαληθευμένα ευπαθής δέκτης των αισθητικών ρευμάτων, με την οποιαδήποτε αβασάνιστη και ανεύθυνη κρίση μας, επειδή έτσι νομίζομε πως αισθανόμαστε απέναντι σ’ ένα συγκεκριμένο καλλιτεχνικό έργο. Το λάθος μπορεί να είναι από την πλευρά του κριτικού, αλλά το δίκιο δεν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι με το μέρος μας, όσο δεν προσπαθούμε να μεταπηδήσομε στην περιοχή των ενημερωμένων.
Ως αναγνώστες της κριτικής, και όχι μόνον ενός κριτικού, μπορούμε σιγά-σιγά να εξασφαλίσομε έναν προσωπικό χώρο απ’ όπου να αντιλαμβανόμαστε την τέχνη ως πνευματικό γεγονός, ως καταγραφή των ανθρώπινων στοιχείων, μέσα στα οποία περιλαμβανόμαστε, και ως εκδήλωση η οποία μας αντιπροσωπεύει στο ποσοστό που το πραγματώνει. Ανεβαίνοντας τις βαθμίδες μιας βαθύτερης μύησης, η σκέψη μας κατοχυρώνεται και η κρίση μας δικαιώνεται. Από τη σκοπιά αυτή η κριτική που αναπαράγει τις αντιδράσεις μας στο φαινόμενο της τέχνης είναι μια προσφορά αδιαφιλονίκητης αξίας, και αποτελεί τον αποφασιστικό συντελεστή για τη διαμόρφωση μιας υπεύθυνης κοινής γνώμης, που δεν κινδυνεύει από τις πλύσεις εγκεφάλου. Και δεν είχε άδικο, για τα μέτρα του, ο υπουργός Προπαγάνδας της χιτλερικής Γερμανίας, ο Γκαίμπελς, που καταργούσε με νόμο την κριτική από το κράτος του, γιατί, με την ανεξαρτησία της, αμφισβητούσε τη μονομέρεια του πολιτικού του συστήματος, το αλάθητο του Ενός.
Κατά τα άλλα, «παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος», που λέει και ο ποιητής (σ.σ. ο Μιχάλης Κατσαρός).
- Φενέρμπαχτσε: Η 12άδα της για τον ημιτελικό με τον Ολυμπιακό
- Έφτασαν στο «Τ-Center» Παναγιώτης και Γιώργος Αγγελόπουλος (vid)
- Ήρθε η ώρα να επισκεφθούμε ένα νεολιθικό κτίριο ηλικίας 4.500 ετών στο Στόουνχεντζ
- Ιράν: Στην Τεχεράνη διαπραγματευτές του Κατάρ με στόχο τον τερματισμό του πολέμου με τις ΗΠΑ
- Συνελήφθη χρήστης διαδικτυακής εφαρμογής – Έβλεπε συνδρομητικά και ταινίες χωρίς να πληρώνει συνδρομή
- Οι οπαδοί του Ολυμπιακού αποθέωσαν τον Γιώργο Μπαρτζώκα




