Στις 19 Μαρτίου 1964, ημέρα Πέμπτη, διεξήχθη ψηφοφορία για την ανάδειξη προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, έναν περίπου μήνα μετά τον περιφανή εκλογικό θρίαμβο της Ενώσεως Κέντρου στις βουλευτικές εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 (η υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου νικήτρια των εκλογών παράταξη είχε αποσπάσει το 52,72% των ψήφων, η ΕΡΕ του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, βοηθούντος μάλιστα του Κόμματος Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει μόλις το 35,26%, η δε Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά του Ιωάννη Πασαλίδη είχε περιοριστεί στο 11,80% των ψήφων).

Η απείθεια 33 βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου κατά την πρώτη ψηφοφορία (υπέρ της υποδειχθείσης και υποστηριχθείσης από τον Γεώργιο Παπανδρέου υποψηφιότητας του Γ. Αθανασιάδη – Νόβα ψήφισαν μόνο 136 βουλευτές της συμπολίτευσης) και η επακολουθήσασα διαγραφή των Ηλία Τσιριμώκου και Σάββα Παπαπολίτη αποτέλεσαν τη δημόσια εκδήλωση της κρίσης που σοβούσε από την ημέρα της ορκωμοσίας της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 20.3.1964 Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Πιο αναλυτικά, η σύνθεση της νέας κυβέρνησης είχε προκαλέσει τη δυσφορία μερίδας βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου. Οι καταβληθείσες στο μεσοδιάστημα προσπάθειες για τη γεφύρωση των διαφορών είχαν αποβεί ατελέσφορες, κι έτσι 33 βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου αρνήθηκαν να υπακούσουν στους κανόνες της κομματικής πειθαρχίας και να ταχθούν κατά την πρώτη ψηφοφορία υπέρ του Γ. Αθανασιάδη – Νόβα.

Ηγετική θέση μεταξύ των δυσαρεστημένων αυτών βουλευτών, από την παραμονή ήδη της ορκωμοσίας της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατείχαν οι Τσιριμώκος και Παπαπολίτης. Ο πρώτος εξ αυτών επειδή δεν είχε λάβει εκ νέου το χρίσμα της Ενώσεως Κέντρου για την προεδρία της Βουλής, και ο δεύτερος επειδή αφενός δεν είχε γίνει ο ίδιος υπουργός Εμπορίου και αφετέρου δεν είχαν ικανοποιηθεί οι φιλοδοξίες ορισμένων παλαιών στελεχών της ΕΠΕΚ (του κόμματος από το οποίο προερχόταν ο Παπαπολίτης).


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 20.3.1964 Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τούτων δοθέντων, ο Γεώργιος Παπανδρέου βρέθηκε ενώπιον ενός διλήμματος: ή να παραδεχτεί την ύπαρξη εντός των κόλπων της Ενώσεως Κέντρου μιας «δευτέρας δυνάμεως» ή να προχωρήσει στη διαγραφή των ηγετών της από τις τάξεις του κόμματος. Ο επικεφαλής της κυβερνητικής παράταξης αποφάσισε να ακολουθήσει τη δεύτερη οδό, προκειμένου να διαφυλάξει αρραγή την ενότητα της παράταξής του, έστω και με την απώλεια δύο σημαντικών βουλευτών του, των Τσιριμώκου και Παπαπολίτη, τέως προέδρου της Βουλής και τέως υπουργού αντίστοιχα.

Στη δεύτερη ψηφοφορία που ακολούθησε, μετά το βαρύ πλήγμα που είχαν υποστεί η Ένωσις Κέντρου και προσωπικά ο Γεώργιος Παπανδρέου, το σκηνικό άλλαξε άρδην: 166 βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης τάχθηκαν υπέρ της υποψηφιότητας του Γ. Αθανασιάδη – Νόβα και μόλις δύο κατά.


«ΤΑ ΝΕΑ», 20.3.1964 Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο πρωτοσέλιδο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την επομένη των κρίσιμων ψηφοφοριών στη Βουλή των Ελλήνων, την Παρασκευή 20 Μαρτίου 1964, υπήρχε αναλυτικό ρεπορτάζ για τα διαδραματισθέντα, τη «στάση» μεγάλου αριθμού κυβερνητικών βουλευτών, τη δυναμική αντίδραση του Γεωργίου Παπανδρέου και τη συνακόλουθη διαγραφή των «ανταρτών» Τσιριμώκου και Παπαπολίτη.


Κατά το εν λόγω ρεπορτάζ, ο Γέρος της Δημοκρατίας, ο οποίος είχε τονίσει σε προηγηθείσα συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματός του ότι η ψηφοφορία για την ανάδειξη προέδρου της Βουλής «θα εθεωρείτο ως ψήφος εμπιστοσύνης εκ μέρους των βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου», ανέφερε σε σχετικές δηλώσεις του τα ακόλουθα:

«Με βαθυτάτην θλίψιν, αγανάκτησιν και εντροπήν αναγγέλλω εις τον δημοκρατικόν κόσμον της Ενώσεως Κέντρου ότι η Δημοκρατία σήμερον επροδόθη εις την Βουλήν. Οι θριαμβευταί της 16ης Φεβρουαρίου εγίναμεν η χλεύη των ηττημένων.


Μας έδωκεν ο Ελληνικός Λαός 53%, όσα ουδέποτε μεταπολεμικώς είχε λάβει πολιτικόν κόμμα, και 171 βουλευτάς. Μας ανήκε, κατ’ εντολήν του Λαού, ολόκληρος η τετραετία, και ετραυματίσθημεν εκ των ένδον από τας πρώτας ημέρας.


Είχομεν θέσει ζήτημα εμπιστοσύνης διά την εκλογήν του Προέδρου της Βουλής. Κατά την χθεσινήν σύσκεψιν της κοινοβουλευτικής ομάδος υπήρξα επί του θέματος απολύτως κατηγορηματικός. Και όμως, επί 171 βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου έλαβεν ο υποψήφιός μας 136 ψήφους. Είμαι ακόμη κατάπληκτος.


Ομολογώ τιμίως ότι αυτό το αποτέλεσμα αποτελεί βαρύ τραύμα διά την Ένωσιν Κέντρου. Και βεβαίως δεν αρκεί προς επανόρθωσιν η δευτέρα ψηφοφορία.

[…]


Μυστική, βεβαίως, ήτο η ψηφοφορία εις την Βουλήν και δεν γνωρίζομεν εις ποίους ανήκουν αι αρνητικαί ψήφοι. Πασίγνωστοι, όμως, είναι οι οργανωταί της συνωμοσίας: Είναι οι κ.κ. Τσιριμώκος και Παπαπολίτης. Αυτοί, εν γνώσει της αποφάσεως της κοινοβουλευτικής ομάδος, ότι το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Βουλής είχε χαρακτηρισθή πολιτικόν και ότι, επομένως, όσοι καταψηφίζουν θέτουν εαυτούς εκτός του κόμματος, ωργάνωσαν, μ’ όλα ταύτα, την συνωμοσίαν. Αυτονόητος συνέπεια, επομένως, είναι η διαγραφή των από το κόμμα.


Καθ’ όσον αφορά τους άλλους, οι οποίοι παρεπλανήθησαν, θέλω να ελπίζω ότι, διαφωτιζόμενοι εκ των υστέρων διά τας βαρυτάτας εθνικάς, πολιτικάς και ηθικάς συνεπείας της αρνητικής ψήφου, θα παραμείνουν πιστοί εις την εντολήν του Λαού.


Έπειτα από 35 έτη δοκιμασίας η δημοκρατική παράταξις ανήλθεν επί τέλους όχι μόνον αυτοδύναμος αλλά και με πανηγυρικήν πλειοψηφίαν εις την αρχήν. Με τον ανένδοτον αγώνα ενικήσαμεν όλους τους αντιπάλους. Δυστυχώς, από της πρώτης ημέρας επροδόθημεν εκ των ένδον και διά λόγους αποκλειστικώς και μόνον προσωπικούς. Αλλά και αυτήν την προδοσίαν θα την υπερνικήσωμεν, βασιζόμενοι εις την θέλησιν και την αγάπην του λαού μας. Εις το πείσμα όλων των υπονομεύσεων, ο ανένδοτος αγών, όπως εις το παρελθόν, κατά μείζονα λόγον σήμερον, ασφαλώς θα ευοδωθή. Η Δημοκρατία θα ζήση».

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, η κυβέρνηση που σχημάτισε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 ως επικεφαλής της Ενώσεως Κέντρου (πηγή: Ίδρυμα Γεωργίου Παπανδρέου).